190 αποτελέσματα για «定»

定年退職者 ていねんたいしょくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συνταξιούχος (ο οποίος έχει φτάσει στο όριο ηλικίας συνταξιοδότησης), συνταξιοδοτημένο άτομο
定着率 ていちゃくりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστό διατήρησης προσωπικού
  2. 02 ποσοστό προσκόλλησης
定着化 ていちゃくか

ουσιαστικό

  1. 01 καθιέρωση (ενός εθίμου, συστήματος, κ.λπ.), εδραίωση, ρίζωμα, σταθεροποίηση
定期代 ていきだい

ουσιαστικό

  1. 01 περιοδική χρέωση (ειδικά για τα έξοδα μετακίνησης ενός εργαζομένου), έξοδα μετακίνησης
定額制 ていがくせい

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα πάγιας χρέωσης
定員になり次第 ていいんになりしだい

άλλο

  1. 01 μόλις συμπληρωθεί ο μέγιστος αριθμός θέσεων, μόλις επιτευχθεί ο μέγιστος αριθμός συμμετεχόντων
定在波 ていざいは

ουσιαστικό

  1. 01 στάσιμο κύμα
定点カメラ ていてんカメラ

ουσιαστικό

  1. 01 σταθερή κάμερα
わたし、定時で帰ります。 わたし、ていじでかえります。

ουσιαστικό

  1. 01 Δεν πρόκειται να δουλέψω υπερωρίες, τελεία! (τηλεοπτική σειρά)
  1. 01 καθορίζω
  2. 02 καθορίζω, ορίζω
  3. 03 καθιερώνω, ιδρύω
  4. 04 αποφασίζω