281 αποτελέσματα για «引»

引っ詰め ひっつめ

ουσιαστικό

  1. 01 μαλλιά τραβηγμένα σφιχτά προς τα πίσω σε κότσο
引っ攫う ひっさらう

ρήμα

  1. 01 απαγάγω, αρπάζω, απομακρύνω κόσμο δια της βίας
引き放つ ひきはなつ

ρήμα

  1. 01 ξεχωρίζω με τράβηγμα, απομακρύνω τραβώντας
引き釣り ひきづり

ουσιαστικό

  1. 01 συρτή
引明け ひきあけ

ουσιαστικό

  1. 01 αυγή, ξημέρωμα
引っ括る ひっくくる

ρήμα

  1. 01 δένω σε δέσμη, ομαδοποιώ
引き幕 ひきまく

ουσιαστικό

  1. 01 αυλαία, σκηνική κουρτίνα
引換証 ひきかえしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αποδεικτικό παραλαβής, κουπόνι, ομόλογο, επιταγή
引火点 いんかてん

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο ανάφλεξης
引け時 ひけどき

ουσιαστικό

  1. 01 ώρα λήξης εργασίας
引き物 ひきもの

ουσιαστικό

  1. 01 δώρο, ενθύμιο, προσφορά
  2. 02 κουρτίνα
  3. 03 λαβή (σε πόρτα φουσούμα ή σότζι)
引き窓 ひきまど

ουσιαστικό

  1. 01 φεγγίτης, καταπακτή
引っ剥ぐ ひっぱぐ

ρήμα

  1. 01 ξεριζώνω, ξεκολλάω
引き紐 ひきひも

ουσιαστικό

  1. 01 κορδόνι σύσφιξης, σχοινί απελευθέρωσης
  2. 02 λουρί (για παράδειγμα για σκύλο)
引き眉 ひきまゆ

ουσιαστικό

  1. 01 βαμμένα φρύδια
引照 いんしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραπομπή, παράθεση
引け際 ひけぎわ

ουσιαστικό

  1. 01 ώρα κλεισίματος
引接 いんせつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνέντευξη
引取り人 ひきとりにん

ουσιαστικό

  1. 01 φροντιστής, διεκδικητής, εγγυητής
引違い戸 ひきちがいど

ουσιαστικό

  1. 01 δίφυλλη συρόμενη πόρτα