244 αποτελέσματα για «強»

強化米 きょうかまい

ουσιαστικό

  1. 01 εμπλουτισμένο ρύζι
強奪物 ごうだつぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 λάφυρο, λεία
強気相場 つよきそうば

ουσιαστικό

  1. 01 ανοδική αγορά, αγορά με ανοδική τάση, ισχυρή αγορά
強相関電子系 きょうそうかんでんしけい

ουσιαστικό

  1. 01 ισχυρά συσχετισμένο ηλεκτρονικό σύστημα
強面談判 こわもてだんぱん

ουσιαστικό

  1. 01 επιθετική διαπραγμάτευση, σκληρή διαπραγμάτευση
強含み市況 つよふくみしきょう

ουσιαστικό

  1. 01 ανοδική αγορά
強気市場 つよきしじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ανοδική αγορά
強電線 きょうでんせん

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμή μεταφοράς ενέργειας, αγωγός ισχυρού ρεύματος
強情頑固 ごうじょうがんこ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 πεισματάρης, ισχυρογνώμων, ξεροκέφαλος
強直間代発作 きょうちょくかんだいほっさ

ουσιαστικό

  1. 01 τονικοκλονική επιληπτική κρίση
強弱アクセント きょうじゃくアクセント

ουσιαστικό

  1. 01 τονικός τόνος (δυναμικός)
強さアクセント つよさアクセント

ουσιαστικό

  1. 01 τονικός προσανατολισμός
強制ページ区切り きょうせいページくぎり

ουσιαστικό

  1. 01 αναγκαστική αλλαγή σελίδας
強制改行 きょうせいかいぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 αναγκαστική αλλαγή γραμμής, υποχρεωτική αλλαγή γραμμής
強制衝突 きょうせいしょうとつ

ουσιαστικό

  1. 01 επιβολή σύγκρουσης
強調表示フィルタ きょうちょうひょうじフィルタ

ουσιαστικό

  1. 01 φίλτρο επισήμανσης
強誘電体メモリ きょうゆうでんたいメモリ

ουσιαστικό

  1. 01 σιδηροηλεκτρική μνήμη
強的 ごうてき

επίθετο

  1. 01 σπουδαίος, τρανός
  2. 02 μεγαλοπρεπής, επιβλητικός
強変化動詞 きょうへんかどうし

ουσιαστικό

  1. 01 ισχυρό ρήμα
強盗幇助 ごうとうほうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 συνέργεια σε ληστεία