288 αποτελέσματα για «時»
時論 じろん
ουσιαστικό
- 01 σχόλια για την επικαιρότητα, τρέχουσες κοινωνικές απόψεις, τρέχουσα άποψη, σύγχρονη γνώμη
時機到来 じきとうらい
ουσιαστικό
- 01 εμφάνιση κατάλληλης ευκαιρίας, η ώρα έφτασε (για, να, όταν...), η ευκαιρία χτυπά την πόρτα
時代離れ じだいばなれ
ουσιαστικό
- 01 παρωχημένος, εκτός εποχής, μη συγχρονισμένος με το πνεύμα της εποχής
時局柄 じきょくがら
ουσιαστικό
- 01 λόγω της τρέχουσας κατάστασης
時ならぬ ときならぬ
άλλο
- 01 απρόσμενος, αναπάντεχος, εκτός εποχής, έκτακτος
時間芸術 じかんげいじゅつ
ουσιαστικό
- 01 χρονική τέχνη, μορφές τέχνης που ξεδιπλώνονται με την πάροδο του χρόνου
時余 じよ
ουσιαστικό
- 01 πάνω από μία ώρα, περισσότερο από μία ώρα
時事通信社 じじつうしんしゃ
ουσιαστικό
- 01 Τζίτζι Πρες (Jiji Press Co.)
時疫 じえき
ουσιαστικό
- 01 επιδημία
時間外手当て じかんがいてあて
άλλο
- 01 υπερωριακή αποζημίωση
時限措置 じげんそち
ουσιαστικό
- 01 χρονικά περιορισμένο μέτρο
時計メーカー とけいメーカー
ουσιαστικό
- 01 ωρολογοποιός, εταιρεία κατασκευής ρολογιών
時祷書 じとうしょ
ουσιαστικό
- 01 βιβλίο των ωρών (θρησκευτικό βιβλίο λατρείας δημοφιλές κατά τον Μεσαίωνα)
時効取得 じこうしゅとく
ουσιαστικό
- 01 χρησικτησία, κτητική παραγραφή
時制の一致 じせいのいっち
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ακολουθία των χρόνων
時勢感覚 じせいかんかく
ουσιαστικό
- 01 αίσθηση του πνεύματος της εποχής, ευαισθησία στις μεταβαλλόμενες συνθήκες των καιρών
時の鳥 ときのとり
ουσιαστικό
- 01 μικρός κούκος (Cuculus poliocephalus)
時間分散 じかんぶんさん
ουσιαστικό
- 01 χρονική διακύμανση
時刻到来 じこくとうらい
ουσιαστικό
- 01 άφιξη της ιδανικής στιγμής (για), έλευση μιας ευκαιρίας (να)
時効期間 じこうきかん
ουσιαστικό
- 01 περίοδος παραγραφής, χρονικό διάστημα παραγραφής