216 αποτελέσματα για «未»
未復員者 みふくいんしゃ
ουσιαστικό
- 01 μη επαναπατρισθείς
未払勘定 みはらいかんじょう
ουσιαστικό
- 01 ανεξόφλητος λογαριασμός, απλήρωτος λογαριασμός
未熟児網膜症 みじゅくじもうまくしょう
ουσιαστικό
- 01 αμφιβληστροειδοπάθεια της προωρότητας
未練未酌がない みれんみしゃくがない
άλλο, επίθετο
- 01 ασυμπάθητος και αδιάφορος για τους άλλους, σκληρόκαρδος
未経過保険料 みけいかほけんりょう
ουσιαστικό
- 01 προπληρωμένο ασφάλιστρο, μη δεδουλευμένο ασφάλιστρο, μη ληγμένο ασφάλιστρο
未晒し みさらし
ουσιαστικό
- 01 αλεύκαστος
- 02 αβάφτιστος, αχρωμάτιστος
未着品 みちゃくひん
ουσιαστικό
- 01 εμπορεύματα καθ' οδόν, αποθέματα που δεν έχουν φτάσει ακόμα
未熟卵 みじゅくらん
ουσιαστικό
- 01 ανώριμο ωάριο
未成熟卵 みせいじゅくらん
ουσιαστικό
- 01 ανώριμο ωάριο
未申告 みしんこく
ουσιαστικό
- 01 αδήλωτος
未の刻 ひつじのこく
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ώρα του Προβάτου (περίπου 2 μ.μ., 1-3 μ.μ., ή 2-4 μ.μ.)
未の日 ひつじのひ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ημέρα του προβάτου
未成線 みせいせん
ουσιαστικό
- 01 ημιτελής σιδηροδρομική γραμμή
未編入 みへんにゅう
ουσιαστικό
- 01 μη ενσωματωμένος (έδαφος, περιοχή)
未成年者飲酒禁止法 みせいねんしゃいんしゅきんしほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος περί απαγόρευσης της κατανάλωσης αλκοόλ από ανηλίκους
未の年 ひつじのとし
άλλο, ουσιαστικό
- 01 έτος του προβάτου
未分化癌 みぶんかがん
ουσιαστικό
- 01 αδιαφοροποίητος καρκίνος, αναπλαστικό καρκίνωμα
未分化細胞 みぶんかさいぼう
ουσιαστικό
- 01 αναπλαστικό κύτταρο, αδιαφοροποίητο κύτταρο
未確認動物 みかくにんどうぶつ
ουσιαστικό
- 01 κρυπτίδ (ζώο του οποίου η ύπαρξη δεν έχει επιβεβαιωθεί, π.χ. ο γέτι)
未チェック みチェック
ουσιαστικό
- 01 μη ελεγμένος, ανεπιβεβαίωτος