660 αποτελέσματα για «水»

水をあける みずをあける

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανοίγω διαφορά (από τον αντίπαλο)
水資源 みずしげん

ουσιαστικό

  1. 01 υδατικοί πόροι
水分子 みずぶんし

ουσιαστικό

  1. 01 μόριο νερού
水茶屋 みずぢゃや

ουσιαστικό

  1. 01 υπαίθριο τσαγερί της περιόδου Έντο, όπου ο κόσμος πήγαινε για να ξεκουραστεί (σε σύγκριση με εστιατόρια ή τσαγερί που παρείχαν σεξουαλικές υπηρεσίες)
水餃子 すいギョーザ

ουσιαστικό

  1. 01 βραστό σούι γκιόζα
水際立つ みずぎわだつ

ρήμα

  1. 01 είμαι εξαίσιος, είμαι εξαιρετικός
水口 みなくち

ουσιαστικό

  1. 01 υδατοφράκτης ορυζώνα
水洗トイレ すいせんトイレ

ουσιαστικό

  1. 01 τουαλέτα με καζανάκι
水撒き みずまき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πότισμα, κατάβρεγμα
水瓶座 みずがめざ

ουσιαστικό

  1. 01 Υδροχόος (αστερισμός), ο κομιστής του νερού, ο υδροφόρος
水の面 みのも

ουσιαστικό

  1. 01 επιφάνεια του νερού, όψη του νερού
水溶液 すいようえき

ουσιαστικό

  1. 01 υδατικό διάλυμα
水煮 みずに

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βράσιμο σε σκέτο ή ελαφρώς αλατισμένο νερό, βραστό φαγητό
水を飛ばす みずをとばす

άλλο, ρήμα

  1. 01 πιτσιλώ νερό
水干 すいかん

ουσιαστικό

  1. 01 καθημερινό ένδυμα που φορούσαν οι ευγενείς στην αρχαία Ιαπωνία
  2. 02 μετάξι που στεγνώνει αφού πλυθεί σε καθαρό νερό και τεντωθεί
水干 すいひ

ουσιαστικό

  1. 01 χρωστική ουσία από όστρακα
水垢離 みずごり

ουσιαστικό

  1. 01 μιζουγκόρι (τελετουργικός καθαρμός με κρύο νερό για πνευματική κάθαρση)
水勢 すいせい

ουσιαστικό

  1. 01 ορμή νερού (ρεύμα, ροή, πίδακας κ.λπ.)
水疱 すいほう

ουσιαστικό

  1. 01 φουσκάλα
水行 みずぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 αποκαθαρμός με κρύο νερό