258 αποτελέσματα για «法»

法格言 ほうかくげん

ουσιαστικό

  1. 01 νομικό γνωμικό
法意 ほうい

ουσιαστικό

  1. 01 σκοπός νόμου
法線ベクトル ほうせんベクトル

ουσιαστικό

  1. 01 κάθετο διάνυσμα
法線 ほうせん

ουσιαστικό

  1. 01 κάθετο διάνυσμα
法曹協会 ほうそうきょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 δικηγορικός σύλλογος (στις ΗΠΑ κ.λπ.)
法域 ほういき

ουσιαστικό

  1. 01 δικαιοδοσία
法人組織にする ほうじんそしきにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 μετατρέπω σε νομικό πρόσωπο
法諺 ほうげん

ουσιαστικό

  1. 01 νομικό γνωμικό
法テラス ほうテラス

ουσιαστικό

  1. 01 Ιαπωνικό Κέντρο Νομικής Υποστήριξης
法博 ほうはく

ουσιαστικό

  1. 01 διδάκτωρ νομικής, διδάκτορας νομικών επιστημών
法を越える のりをこえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παραβιάζω τους νόμους της φύσης, ξεπερνώ τα όρια του μέτρου
法王権 ほうおうけん

ουσιαστικό

  1. 01 παπικός θεσμός, παποσύνη
法人所得 ほうじんしょとく

ουσιαστικό

  1. 01 εταιρικό εισόδημα
法廷侮辱 ほうていぶじょく

ουσιαστικό

  1. 01 περιφρόνηση του δικαστηρίου
法定得票数 ほうていとくひょうすう

ουσιαστικό

  1. 01 ελάχιστος αριθμός ψήφων που απαιτείται για την εκλογή υποψηφίου
法定貨幣 ほうていかへい

ουσιαστικό

  1. 01 νόμιμο χρήμα
法定準備金 ほうていじゅんびきん

ουσιαστικό

  1. 01 νόμιμα αποθεματικά
法と時制 ほうとじせい

άλλο

  1. 01 έγκλιση και χρόνος
法と実 ほうとじつ

άλλο

  1. 01 διαιρέτης και διαιρετέος
法令を敷く ほうれいをしく

άλλο, ρήμα

  1. 01 θεσπίζω νόμο