199 αποτελέσματα για «流»
流氷野 りゅうひょうや
ουσιαστικό
- 01 πεδίο πάγων
流動比率 りゅうどうひりつ
ουσιαστικό
- 01 δείκτης τρέχουσας ρευστότητας, δείκτης ρευστότητας
流れ目 ながれめ
ουσιαστικό
- 01 διεύθυνση ινών χαρτιού
流体継手 りゅうたいつぎて
ουσιαστικό
- 01 υδραυλικός σύνδεσμος, υδραυλικός συμπλέκτης
流し忘れ ながしわすれ
ουσιαστικό
- 01 παράλειψη καζανακίου (στην τουαλέτα)
流蛍 りゅうけい
ουσιαστικό
- 01 ιπτάμενη πυγολαμπίδα
流域治水 りゅういきちすい
ουσιαστικό
- 01 διαχείριση λεκάνης απορροής ποταμού, αντιπλημμυρική προστασία λεκάνης απορροής, μείωση πλημμυρικού κινδύνου ποταμού
流刑者 りゅうけいしゃ
ουσιαστικό
- 01 εξόριστος, εκτοπισμένος, φυγάς
流束 りゅうそく
ουσιαστικό
- 01 ροή
流される ながされる
ρήμα
- 01 παρασύρομαι, παρασέρνομαι, ξεβράζομαι (στη θάλασσα)
- 02 κατακλύζομαι (από συναίσθημα), παρασύρομαι
- 03 εξορίζομαι, εκτοπίζομαι
流蟇蛙 ナガレヒキガエル
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικός φρύνος των χειμάρρων (Bufo torrenticola)
流田子蛙 ナガレタゴガエル
ουσιαστικό
- 01 ναγκαρετάγκογκαερ (rana sakuraii), βάτραχος του ποταμού ναπαράγκα
流れ木 ながれぎ
ουσιαστικό
- 01 ξύλο που παρασύρεται από το νερό
流雪溝 りゅうせつこう
ουσιαστικό
- 01 κανάλι αποστράγγισης χιονιού
流通科学大学 りゅうつうかがくだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Μάρκετινγκ και Επιστημών Διανομής
流通経済研究所 りゅうつうけいざいけんきゅうじょ
ουσιαστικό
- 01 Ινστιτούτο Οικονομίας Διανομής της Ιαπωνίας
流通経済大学 りゅうつうけいざいだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Ριούτσου Κεϊζάι, RKU
流行語大賞 りゅうこうごたいしょう
ουσιαστικό
- 01 Βραβείο Λέξης της Χρονιάς (οργανώνεται από τον εκδοτικό οίκο Τζιγιού Κοκουμίν-σα)
流
- 01 ρεύμα
- 02 νεροχύτης
- 03 ρέω
- 04 χάνω, στερούμαι