395 αποτελέσματα για «特»

特定外来生物 とくていがいらいせいぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 εισαγόμενο είδος (ιδιαίτερα χωροκατακτητικό είδος όπως ορίζεται από τον νόμο)
特恵 とっけい

ουσιαστικό

  1. 01 προνομιακή μεταχείριση, ιδιαίτερη εύνοια, ειδικό όφελος
特別行政区 とくべつぎょうせいく

ουσιαστικό

  1. 01 ειδική διοικητική περιοχή (της Κίνας· π.χ. Χονγκ Κονγκ)· ΕΔΠ
特許法 とっきょほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας
特別弁護人 とくべつべんごにん

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικός συνήγορος
特定商取引法 とくていしょうとりひきほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί καθορισμένων εμπορικών συναλλαγών
特別研究員 とくべつけんきゅういん

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικός ερευνητής
特別活動 とくべつかつどう

ουσιαστικό

  1. 01 εξωσχολικές δραστηριότητες, ειδικές δραστηριότητες
特保 とくほ

ουσιαστικό

  1. 01 τρόφιμο για ειδικές διατροφικές χρήσεις (π.χ. για τη μείωση της χοληστερόλης), εγκεκριμένο τρόφιμο για την υγεία
特別高等警察 とくべつこうとうけいさつ

ουσιαστικό

  1. 01 ειδική ανώτερη αστυνομία (1911-1945), αστυνομική μονάδα που ήλεγχε την πολιτική σκέψη και την έκφραση
特級酒 とっきゅうしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 σάκε ανώτατης ή εξαιρετικής ποιότητας
特別急行列車 とくべつきゅうこうれっしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 υπερταχεία αμαξοστοιχία
特別市 とくべつし

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικός δήμος, ειδική διοικητική περιφέρεια, δήμος υπό απευθείας κρατικό έλεγχο
特許出願中 とっきょしゅつがんちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 εκκρεμής αίτηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας
特融 とくゆう

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικό δάνειο
特別立法 とくべつりっぽう

ουσιαστικό

  1. 01 ειδική νομοθεσία
特殊学校 とくしゅがっこう

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικό σχολείο, σχολείο ειδικής αγωγής
特殊潜航艇 とくしゅせんこうてい

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικού σκοπού υποβρύχιο (ιδίως για τα ιαπωνικά υποβρύχια τσέπης που χρησιμοποιήθηκαν στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο)
特殊教育 とくしゅきょういく

ουσιαστικό

  1. 01 ειδική εκπαίδευση, εκπαίδευση ειδικών αναγκών
特定非常災害 とくていひじょうさいがい

ουσιαστικό

  1. 01 ειδική εξαιρετική καταστροφή, καταστροφή ακραίας σοβαρότητας, μεγάλης κλίμακας (φυσική κ.λπ.) καταστροφή που αναγνωρίζεται ως ιδιαίτερα ανατρεπτική