324 αποτελέσματα για «立»

立ち腐れ たちぐされ

ουσιαστικό

  1. 01 φθορά, εγκατάλειψη
立錐の余地 りっすいのよち

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 έλάχιστος διαθέσιμος χώρος, χώρος ίσα ίσα για να σταθεί κανείς
立憲君主 りっけんくんしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 συνταγματικός μονάρχης
立太子式 りったいししき

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή ενθρόνισης του διαδόχου
立方センチメートル りっぽうセンチメートル

ουσιαστικό

  1. 01 κυβικό εκατοστόμετρο
立命館大学 りつめいかんだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Ριτσουμεϊκάν
立願 りつがん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσευχή προς κάποια θεότητα
立言 りつげん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έκφραση των απόψεων κάποιου
立女形 たておやま

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφαίος ηθοποιός γυναικείων ρόλων (στο καμπούκι)
立体映画 りったいえいが

ουσιαστικό

  1. 01 στερεοσκοπική ταινία, ταινία 3D
立ち売り たちうり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πλανόδιος πωλητής
立談 りつだん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συζήτηση όρθιος
立ち撃ち たちうち

ουσιαστικό

  1. 01 βολή από όρθια στάση
立証責任 りっしょうせきにん

ουσιαστικό

  1. 01 βάρος απόδειξης
立髪 たてがみ

ουσιαστικό

  1. 01 μακρύ στυλ μαλλιών δημοφιλές κατά την περίοδο Γκενρόκου
立方根 りっぽうこん

ουσιαστικό

  1. 01 κυβική ρίζα
立体放送 りったいほうそう

ουσιαστικό

  1. 01 στερεοφωνική ραδιοφωνική μετάδοση
立憲改進党 りっけんかいしんとう

ουσιαστικό

  1. 01 Συνταγματικό Κόμμα Μεταρρυθμίσεων (1882-1896)
立者 たてもの

ουσιαστικό

  1. 01 πρωταγωνιστής
  2. 02 κορυφαίο πρόσωπο, αρχηγός
立っているものは親でも使え たっているものはおやでもつかえ

άλλο

  1. 01 σε επείγουσες καταστάσεις, αξιοποίησε όποιον είναι διαθέσιμος, ακόμα κι αν είναι ο γονέας σου