287 αποτελέσματα για «精»

精進落ち しょうじんおち

ουσιαστικό

  1. 01 το πρώτο γεύμα (που περιλαμβάνει κρέας ή ψάρι) μετά από μια περίοδο αποχής
精神一到何事か成らざらん せいしんいっとうなにごとかならざらん

άλλο

  1. 01 όπου υπάρχει θέληση, υπάρχει και τρόπος
精巣炎 せいそうえん

ουσιαστικό

  1. 01 ορχίτιδα, φλεγμονή των όρχεων
精薄 せいはく

ουσιαστικό

  1. 01 διανοητική καθυστέρηση, πνευματική αναπηρία
精神薬理学 せいしんやくりがく

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχοφαρμακολογία
精進揚げ しょうじんあげ

ουσιαστικό

  1. 01 λαχανικά τηγανισμένα σε κουρκούτι τεμπούρα (σοτζίν-άγκε)
精製品 せいせいひん

ουσιαστικό

  1. 01 επεξεργασμένο προϊόν, εξευγενισμένο αγαθό
精神労働 せいしんろうどう

ουσιαστικό

  1. 01 πνευματική εργασία
精製糖 せいせいとう

ουσιαστικό

  1. 01 ραφιναρισμένη ζάχαρη
精通者 せいつうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 έμπειρος, γνώστης, ειδικός (σε)
精神物理学 せいしんぶつりがく

ουσιαστικό

  1. 01 ψυχοφυσική
精子細胞 せいしさいぼう

ουσιαστικό

  1. 01 σπερματίδα, σπερματοκύτταρο
精げる しらげる

ρήμα

  1. 01 ξεφλουδίζω (ρύζι), επεξεργάζομαι, καθαρίζω
精密工学 せいみつこうがく

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανολογία ακριβείας
精を励ます せいをはげます

άλλο, ρήμα

  1. 01 καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια, εργάζομαι σκληρά
精農 せいのう

ουσιαστικό

  1. 01 εργατικός αγρότης ή γεωργός
精子形成 せいしけいせい

ουσιαστικό

  1. 01 σπερματογένεση, ωρίμανση σπερματοζωαρίων
精義 せいぎ

ουσιαστικό

  1. 01 λεπτομερής εξήγηση
精銅 せいどう

ουσιαστικό

  1. 01 διυλισμένος χαλκός
精子運動率 せいしうんどうりつ

ουσιαστικό

  1. 01 κινητικότητα σπερματοζωαρίων (ποσοστό)