196 αποτελέσματα για «結»
結合分布 けつごうぶんぷ
ουσιαστικό
- 01 από κοινού κατανομή
結晶化ガラス けっしょうかガラス
ουσιαστικό
- 01 κρυσταλλωμένο γυαλί, υαλοκεραμικό υλικό, υαλοκεραμικό
結着肉 けっちゃくにく
ουσιαστικό
- 01 αναδομημένο κρέας, αναδομημένη μπριζόλα
結核疹 けっかくしん
ουσιαστικό
- 01 φυματίδ
結果節 けっかせつ
ουσιαστικό
- 01 συμπερασματική δευτερεύουσα πρόταση, δευτερεύουσα πρόταση αποτελέσματος
結合水 けつごうすい
ουσιαστικό
- 01 δεσμευμένο νερό
結晶器 けっしょうき
ουσιαστικό
- 01 κρυσταλλωτής
結袈裟 ゆいげさ
ουσιαστικό
- 01 τριπλή ζώνη ή χιαστί επενδυμένο με φούντες (που φοριέται από τους ασκούμενους του Σουγκέντο)
結腸鏡 けっちょうきょう
ουσιαστικό
- 01 κολονοσκόπιο
結婚退職 けっこんたいしょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παραίτηση από την εργασία λόγω γάμου
結合音 けつごうおん
ουσιαστικό
- 01 συνδυαστικός τόνος, προκύπτων τόνος
結晶成長 けっしょうせいちょう
ουσιαστικό
- 01 ανάπτυξη κρυστάλλων
結合テスト けつごうテスト
ουσιαστικό
- 01 δοκιμή ολοκλήρωσης
結膜下出血 けつまくかしゅっけつ
ουσιαστικό
- 01 υποεπιπεφυκυτική αιμορραγία, υποεπιπεφυκυτική αιμορραγία, υπόσφαγμα
結果的加重犯 けっかてきかじゅうはん
ουσιαστικό
- 01 επακολουθηματικά επιβαρυμένο έγκλημα, έγκλημα επιβαρυμένο από τα αποτελέσματά του
結
- 01 δένω
- 02 δένω, δεσμεύω
- 03 συστέλλω, συνάπτω
- 04 ενώνω, συνδέω
- 05 οργανώνω
- 06 φτιάχνω τα μαλλιά
- 07 στερεώνω, κουμπώνω