254 αποτελέσματα για «総»

総合的品質管理 そうごうてきひんしつかんり

ουσιαστικό

  1. 01 συνολική διαχείριση ποιότητας, TQC
総別 そうべつ

επίρρημα

  1. 01 γενικά, συνολικά
総務長官 そうむちょうかん

ουσιαστικό

  1. 01 γενικός διευθυντής
総状花序 そうじょうかじょ

ουσιαστικό

  1. 01 βοτρυοειδής ταξιανθία, βότρυς
総まくり そうまくり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γενική επισκόπηση, συνολική θεώρηση
  2. 02 γενική έρευνα, γενική ανάλυση
総報酬 そうほうしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 μικτές αποδοχές
総同盟罷業 そうどうめいひぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 γενική απεργία
総合市場 そうごういちば

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθετη αγορά, γενική αγορά
総合馬術 そうごうばじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 ιππικό τρίαθλο
総皮 そうがわ

ουσιαστικό

  1. 01 ολόδερμος, δεμένος με δέρμα (βιβλίο)
総理府総務長官 そうりふそうむちょうかん

ουσιαστικό

  1. 01 γενικός διευθυντής του γραφείου του πρωθυπουργού
総合収支 そうごうしゅうし

ουσιαστικό

  1. 01 συνολικό ισοζύγιο πληρωμών
総花式 そうばなしき

ουσιαστικό

  1. 01 συνολικός, οριζόντιος (πολιτική)
総画 そうかく

ουσιαστικό

  1. 01 συνολικός αριθμός γραμμών ενός κάντζι
総括質問 そうかつしつもん

ουσιαστικό

  1. 01 γενική επερώτηση (στο κοινοβούλιο)
総花政策 そうばなせいさく

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτική για όλους, πολιτική που προσπαθεί να ικανοποιήσει τους πάντες
総括主宰者 そうかつしゅさいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 διευθυντής προεκλογικού αγώνα
総合デジタル通信網 そうごうデジタルつうしんもう

ουσιαστικό

  1. 01 ψηφιακό δίκτυο ενοποιημένων υπηρεσιών, ISDN
総資本利益率 そうしほんりえきりつ

ουσιαστικό

  1. 01 απόδοση ενεργητικού, απόδοση επί του συνόλου των κεφαλαίων
総苞 そうほう

ουσιαστικό

  1. 01 περίβλημα (βοτανική)