225 αποτελέσματα για «西»

西洋栃の木 せいようとちのき

ουσιαστικό

  1. 01 ιπποκαστανιά (Aesculus hippocastanum), αγριοκαστανιά
西諺 せいげん

ουσιαστικό

  1. 01 δυτική παροιμία, δυτικό γνωμικό
西魏 せいぎ

ουσιαστικό

  1. 01 Δυτική δυναστεία των Γουέι (της Κίνας· 535-557)
西征 せいせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκστρατεία στη δύση, στρατιωτική επιχείρηση προς τη δύση
西山 にしやま

ουσιαστικό

  1. 01 δυτικά βουνά, βουνά στα δυτικά
  2. 02 Νισιγιάμα (δυτική περιοχή του Κιότο)
西部開拓 せいぶかいたく

ουσιαστικό

  1. 01 εποικισμός της αμερικανικής μεθορίου, αποίκιση της Άγριας Δύσης
西漸運動 せいぜんうんどう

ουσιαστικό

  1. 01 δυτική επέκταση (η επέκταση της επικράτειας των Ηνωμένων Πολιτειών προς τη δύση)
西インド にしインド

ουσιαστικό

  1. 01 Δυτικές Ινδίες
  2. 02 Δυτική Ινδία
西寧 せいねい

ουσιαστικό

  1. 01 Σινίνγκ (πόλη της Κίνας)
西安 せいあん

ουσιαστικό

  1. 01 Σιάν (Κίνα)
西南ドイツ学派 せいなんドイツがくは

ουσιαστικό

  1. 01 νοτιοδυτική γερμανική σχολή (του νεοκαντιανισμού)
西洋梣 せいようとねりこ

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή μελία (Fraxinus excelsior), ευρωπαϊκή μελία
西館 にしかん

ουσιαστικό

  1. 01 δυτική πτέρυγα, δυτικό κτίριο
西麓 せいろく

ουσιαστικό

  1. 01 δυτική υπώρεια (βουνού)
西之島箒蟹 ニシノシマホウキガニ

ουσιαστικό

  1. 01 νισινοσίμα χόκι γκάνι (είδος κάβουρα)
西限 せいげん

ουσιαστικό

  1. 01 δυτικό όριο (ειδικότερα για την κατανομή ενός φυτού ή ζώου)
西入ル にしいる

άλλο

  1. 01 δυτικά του
西岸地区 せいがんちく

ουσιαστικό

  1. 01 Δυτική Όχθη
西洋茜 せいようあかね

ουσιαστικό

  1. 01 ερυθρόδανο (Rubia tinctorum)
西洋弟切草 セイヨウオトギリソウ

ουσιαστικό

  1. 01 υπερικό, βαλσαμόχορτο (Hypericum perforatum)