242 αποτελέσματα για «身»

身代限り しんだいかぎり

ουσιαστικό

  1. 01 κηρύσσω πτώχευση, περιέρχομαι σε κατάσταση πτώχευσης
身体髪膚 しんたいはっぷ

ουσιαστικό

  1. 01 ολόκληρο το ανθρώπινο σώμα, κάθε σπιθαμή του σώματος κάποιου
身が細る みがほそる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αδυνατίζω, γίνομαι λεπτός
身柄送検 みがらそうけん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παράδοση υπόπτου στην εισαγγελική αρχή, παραπομπή υπόπτου σε δίκη
身土不二 しんどふじ

ουσιαστικό

  1. 01 είσαι ό,τι τρως, σύνθημα που ενθαρρύνει την κατανάλωση τοπικών εποχιακών τροφίμων για την υγεία του ατόμου, η αδιαίρετη φύση του σώματος και της γης (καθώς το σώμα αποτελείται από τροφή και η τροφή παράγεται από τη γη)
身土不二 しんどふに

ουσιαστικό

  1. 01 αδιαίρετο σώματος και γεωγραφικού περιβάλλοντος
身知らず みしらず

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αυτοπεποίθηση, αμελής στάση απέναντι στην υγεία του
身上調書 しんじょうちょうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 έγγραφο προσωπικών στοιχείων, φάκελος ατόμου
身代を傾ける しんだいをかたむける

άλλο, ρήμα

  1. 01 ξοδεύω όλη την περιουσία μου
身二つになる みふたつになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 γεννώ
身光 しんこう

ουσιαστικό

  1. 01 φωτοστέφανο (βουδιστικού αγάλματος που περιβάλλει το σώμα αλλά όχι το κεφάλι), άλω
身体障害者手帳 しんたいしょうがいしゃてちょう

ουσιαστικό

  1. 01 πιστοποιητικό φυσικής αναπηρίας
身過ぎ みすぎ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βιοπορισμός, τρόπος διαβίωσης
身を殺して仁をなす みをころしてじんをなす

άλλο, ρήμα

  1. 01 θυσιάζω τον εαυτό μου για το καλό των άλλων
身体刑 しんたいけい

ουσιαστικό

  1. 01 σωματική ποινή, σωματικός κολασμός
身体言語 しんたいげんご

ουσιαστικό

  1. 01 σωματική γλώσσα, γλώσσα του σώματος
身振り言語 みぶりげんご

ουσιαστικό

  1. 01 γλώσσα σώματος
身持ちの堅い女 みもちのかたいおんな

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ενάρετη γυναίκα, ηθική γυναίκα
身体変工 しんたいへんこう

ουσιαστικό

  1. 01 σωματική τροποποίηση
身元保証書 みもとほしょうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 συστατική επιστολή, εγγύηση προσωπικών στοιχείων