192 αποτελέσματα για «近»
近隣県 きんりんけん
ουσιαστικό
- 01 γειτονικός νομός
近接信管 きんせつしんかん
ουσιαστικό
- 01 πυροσωλήνας εγγύτητας, πυροσωλήνας επαγωγής, πυροσωλήνας μεταβλητού χρόνου, πυροσωλήνας VT
近親憎悪 きんしんぞうお
ουσιαστικό
- 01 εχθρότητα προς άτομα του στενού περιβάλλοντος (οικογένεια, συνεργάτες κ.λπ.), μίσος για τους ομοίους κάποιου
近畿職業能力開発大学校 きんきしょくぎょうのうりょくかいはつだいがっこう
ουσιαστικό
- 01 Κίνκι Πολυτεχνικό Κολλέγιο
近畿日本鉄道 きんきにっぽんてつどう
ουσιαστικό
- 01 Κίνκι Νιπόν Τετσούντο (σιδηροδρομική εταιρεία)
近畿日本鉄道 きんきにほんてつどう
ουσιαστικό
- 01 Κίνκι Νιχόν Τετσούντο (σιδηροδρομική εταιρεία)
近畿郵政研修所 きんきゆうせいけんしゅうじょ
ουσιαστικό
- 01 Εκπαιδευτικό Κέντρο Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Κίνκι
近大豊岡女子短大 きんだいとよおかじょしたんだい
ουσιαστικό
- 01 Γυναικείο Κολλέγιο Κιντάι Τογιοόκα
近鉄 きんてつ
ουσιαστικό
- 01 Κιντέτσου
- 02 Σιδηρόδρομος Κιντέτσου (συντομογραφία)
近鉄大阪線 きんてつおおさかせん
ουσιαστικό
- 01 γραμμή Κιντέτσου-Οσάκα
近江令 おうみりょう
ουσιαστικό
- 01 Ούμι Ριό (Κώδικας του 668 μ.Χ.)
近
- 01 κοντά
- 02 νωρίς
- 03 παρόμοιος
- 04 ισοδύναμος