196 αποτελέσματα για «逆»

逆選択 ぎゃくせんたく

ουσιαστικό

  1. 01 αρνητική επιλογή, εκμετάλλευση μη γνωστοποιημένων πληροφοριών, ειδικά στις ασφαλίσεις
逆凸 ぎゃくとつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πραγματοποιώ αιφνιδιαστική κλήση σε κάποιον κατά τη διάρκεια ζωντανής μετάδοσης
逆転劇 ぎゃくてんげき

ουσιαστικό

  1. 01 ανατροπή, θεαματική αναστροφή
逆コンパイラ ぎゃくコンパイラ

ουσιαστικό

  1. 01 απομεταγλωττιστής
逆浸透 ぎゃくしんとう

ουσιαστικό

  1. 01 αντίστροφη ώσμωση
逆浸透法 ぎゃくしんとうほう

ουσιαστικό

  1. 01 αντίστροφη ώσμωση
逆巻貝 サカマキガイ

ουσιαστικό

  1. 01 σακαμακιγκάι (Physella acuta), σαλιγκάρι γυρίνος, σαλιγκάρι της κύστης
逆先手 ぎゃくせんて

ουσιαστικό

  1. 01 αντίστροφο σεντέ, κίνηση που είναι σεντέ αν παιχτεί από τον αντίπαλο αλλά γκοτέ για αυτόν που την παίζει
逆ヨセ ぎゃくヨセ

ουσιαστικό

  1. 01 γκιακού γιοσέ, κίνηση που αποτελεί σεντέ αν παιχτεί από τον αντίπαλο αλλά γκοτέ για αυτόν που την παίζει
逆柱 さかばしら

ουσιαστικό

  1. 01 ξύλινος στύλος τοποθετημένος με τη βάση προς τα πάνω (πιστεύεται ότι προκαλεί δυσοίωνα φαινόμενα), αντεστραμμένος στύλος
  2. 02 ο έχων έναν στύλο ενός κτιρίου αντεστραμμένο (ώστε να μην επιδιώκεται η τελειότητα)
逆さ柱 さかさばしら

ουσιαστικό

  1. 01 ξύλινος στύλος τοποθετημένος με τη βάση του προς τα πάνω (πιστεύεται ότι προκαλεί δυσοίωνα φαινόμενα), αντεστραμμένος στύλος
逆コミ ぎゃくこみ

ουσιαστικό

  1. 01 γκιάκου κόμι, πόντοι χάντικαπ για τα μαύρα αντί για πέτρες χάντικαπ
逆転負け ぎゃくてんまけ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ήττα από θέση νίκης, ανατροπή
逆転無罪 ぎゃくてんむざい

ουσιαστικό

  1. 01 ανατροπή καταδικαστικής απόφασης, αθώωση κατόπιν έφεσης
逆探 ぎゃくたん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ιχνηλάτηση κλήσης
  1. 01 ανεστραμμένος, αντίστροφος
  2. 02 αντίστροφος
  3. 03 αντίθετος
  4. 04 κακός, μοχθηρός, πονηρός