198 αποτελέσματα για «運»

運勢隆々 うんせいりゅうりゅう

άλλο, επίρρημα

  1. 01 η άνοδος της ευημερίας κάποιου, η ακμή της τύχης κάποιου
運脚 うんきゃく

ουσιαστικό

  1. 01 χωρικοί που επιλέγονταν για τη μεταφορά του φόρου (σε είδος) στην πρωτεύουσα (σύστημα ριτσουριό)
運送状 うんそうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 δελτίο φορτίου, φορτωτική, φορτωτική
運転指令所 うんてんしれいじょ

ουσιαστικό

  1. 01 κέντρο ελέγχου λειτουργίας (σιδηροδρόμων, εργοστασίων παραγωγής ενέργειας κ.λπ.), αίθουσα ελέγχου
運転時隔 うんてんじかく

ουσιαστικό

  1. 01 χρονική απόσταση (μεταξύ συρμών κ.λπ.), συχνότητα δρομολογίων
運動残効 うんどうざんこう

ουσιαστικό

  1. 01 μεταφαινόμενο κίνησης
運動機能 うんどうきのう

ουσιαστικό

  1. 01 κινητική λειτουργία
運び手 はこびて

ουσιαστικό

  1. 01 μεταφορέας, κομιστής, μεταβιβαστής
運船 うんせん

ουσιαστικό

  1. 01 χειρισμός πλοιαρίου, ταξίδι με πλοίο
運動器 うんどうき

ουσιαστικό

  1. 01 κινητικό σύστημα, μυοσκελετικό σύστημα
運動麻痺 うんどうまひ

ουσιαστικό

  1. 01 κινητική παράλυση
運動能力 うんどうのうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 κινητική ικανότητα, κινητικότητα, μετακίνηση
  2. 02 αθλητική ικανότητα
運用管理費用 うんようかんりひよう

ουσιαστικό

  1. 01 έξοδα διαχείρισης, δείκτης δαπανών
運転取り止め うんてんとりやめ

ουσιαστικό

  1. 01 διακοπή δρομολογίων (τρένου, λεωφορείου κ.λπ.), αναστολή λειτουργίας
運漕店 うんそうてん

ουσιαστικό

  1. 01 ναυτιλιακό πρακτορείο, πρακτορείο μεταφορών
運動前野 うんどうぜんや

ουσιαστικό

  1. 01 προκινητική περιοχή, προκινητικός φλοιός
運歩色葉集 うんぽいろはしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 Ουνποϊροχασού (λεξικό της περιόδου Μουρομάτσι)
  1. 01 μεταφέρω
  2. 02 τύχη
  3. 03 πεπρωμένο
  4. 04 μοίρα
  5. 05 μοίρα, κλήρος
  6. 06 διακινώ
  7. 07 πρόοδος
  8. 08 προχωρώ