209 αποτελέσματα για «道»

道路特定財源 どうろとくていざいげん

ουσιαστικό

  1. 01 έσοδα ειδικού σκοπού για την κατασκευή οδικών έργων
道立高等学校 どうりつこうとうがっこう

ουσιαστικό

  1. 01 νομαρχιακό λύκειο (στο Χοκάιντο), δημόσιο λύκειο (στο Χοκάιντο)
道会議員 どうかいぎいん

ουσιαστικό

  1. 01 μέλος της νομοθετικής συνέλευσης του Χοκάιντο
道議選 どうぎせん

ουσιαστικό

  1. 01 εκλογές για το νομαρχιακό συμβούλιο του Χοκάιντο
道均し みちならし

ουσιαστικό

  1. 01 ισοπέδωση δρόμου, εξομάλυνση δρόμου
道化猿 どうけざる

ουσιαστικό

  1. 01 λόρις (ειδικότερα ο νωθρός λόρις)
道の後 みちのしり

ουσιαστικό

  1. 01 το τμήμα μιας επαρχίας που βρίσκεται πιο μακριά από την πρωτεύουσα
道の口 みちのくち

ουσιαστικό

  1. 01 το τμήμα μιας επαρχίας που βρίσκεται πλησιέστερα στην πρωτεύουσα
道の中 みちのなか

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 τμήμα επαρχίας που βρίσκεται σε ενδιάμεση απόσταση από την πρωτεύουσα
道化恐怖症 どうけきょうふしょう

ουσιαστικό

  1. 01 κοουλροφοβία, φόβος για τους κλόουν
道路阻絶 どうろそぜつ

ουσιαστικό

  1. 01 αποκλεισμός δρόμου, εμπόδιο στην οδική κυκλοφορία
道税 どうぜい

ουσιαστικό

  1. 01 νομαρχιακός φόρος (του Χοκάιντο)
道路鋲 どうろびょう

ουσιαστικό

  1. 01 ανακλαστικό οδικό καρφί, υπερυψωμένο διαχωριστικό οδοστρώματος
道路法 どうろほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί οδικού δικτύου
道立 どうりつ

ουσιαστικό

  1. 01 νομαρχιακός (στο Χοκάιντο), υπό τη διαχείριση της νομαρχιακής κυβέρνησης του Χοκάιντο
道路掃除機 どうろそうじき

ουσιαστικό

  1. 01 μηχάνημα καθαρισμού δρόμων
道脇 みちわき

ουσιαστικό

  1. 01 άκρη του δρόμου, παραδρόμιο
道路幅 どうろはば

ουσιαστικό

  1. 01 πλάτος δρόμου
道が開ける みちがひらける

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανοίγω δρόμο (προς), βρίσκω τρόπο (για), ανοίγω την πόρτα (σε), στρώνω το δρόμο (για)
道徳警察 どうとくけいさつ

ουσιαστικό

  1. 01 αστυνομία ηθών (π.χ. στο Ιράν)