186 αποτελέσματα για «遺»

遺伝的素因 いでんてきそいん

ουσιαστικό

  1. 01 κληρονομική προδιάθεση, γενετική προδιάθεση
遺伝医学 いでんいがく

ουσιαστικό

  1. 01 ιατρική γενετική
遺伝子拡散 いでんしかくさん

ουσιαστικό

  1. 01 γονιδιακή ροή, γονιδιακή μετανάστευση
死体損壊・遺棄 したいそんかいいき

ουσιαστικό

  1. 01 τεμαχισμός και εγκατάλειψη πτώματος
死体損壊・遺棄罪 したいそんかいいきざい

ουσιαστικό

  1. 01 έγκλημα της ακρωτηρίασης και εγκατάλειψης πτώματος
  1. 01 κληροδοτώ
  2. 02 αφήνω πίσω
  3. 03 κρατώ, διατηρώ