219 αποτελέσματα για «野»

野合政権 やごうせいけん

ουσιαστικό

  1. 01 κυβέρνηση που σχηματίστηκε μέσω ενός αδίστακτου πολιτικού συνασπισμού, κυβέρνηση ευκαιριακής σκοπιμότητας, υπουργικό συμβούλιο που δημιουργήθηκε μέσω μιας ανίερης συμμαχίας
野生犬 やせいいぬ

ουσιαστικό

  1. 01 αγριοσκύλο
野犬捕獲員 やけんほかくいん

ουσιαστικό

  1. 01 υπάλληλος σύλληψης αδέσποτων σκύλων, υπεύθυνος περισυλλογής αδέσποτων ζώων
野老葛 ところずら

ουσιαστικό

  1. 01 ντιοσκορέα η τόκορο (είδος άγριας γιαμ)
野萱草 のかんぞう

ουσιαστικό

  1. 01 νοκάνζο, είδος κρίνου (Hemerocallis fulva var. disticha), πορτοκαλί κρίνος
野博打 のばくち

ουσιαστικό

  1. 01 υπαίθριος τζόγος, τζόγος σε εξωτερικό χώρο
野呂搗布 のろかじめ

ουσιαστικό

  1. 01 νοροκατζιμέ (είδος καφέ φυκιού)
野締め のじめ

ουσιαστικό

  1. 01 θανάτωση του θηράματος επί τόπου (π.χ. ενός πουλιού)
  2. 02 άμεση θανάτωση ψαριού για τη διατήρηση της φρεσκάδας του
野ろ のろ

ουσιαστικό

  1. 01 αγρός
野海棠 のかいとう

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοφυής μηλιά (είδος μηλιάς)
野風増 のふうぞう

ουσιαστικό

  1. 01 αλήτης, κατεργάρης
野田藤 のだふじ

ουσιαστικό

  1. 01 γιαπωνέζικη γλυσίνα (Wisteria floribunda)
野遊山 のゆさん

ουσιαστικό

  1. 01 εκδρομή στα βουνά και στα λαγκάδια
野面石 のづらいし

ουσιαστικό

  1. 01 λατομημένη πέτρα, ακατέργαστη πέτρα
野冊 やさつ

ουσιαστικό

  1. 01 φυτοπιεστήριο πεδίου
野味 やみ

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιαίτερη γεύση θηράματος
野党第一党 やとうだいいっとう

ουσιαστικό

  1. 01 αξιωματική αντιπολίτευση, κυριότερο κόμμα της αντιπολίτευσης, μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης
野党共闘 やとうきょうとう

ουσιαστικό

  1. 01 ενωμένο μέτωπο της αντιπολίτευσης
野獣主義 やじゅうしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 φωβισμός
野生豚 やせいぶた

ουσιαστικό

  1. 01 αγριόχοιρος