223 αποτελέσματα για «防»

防汚剤 ぼうおざい

ουσιαστικό

  1. 01 αντιρρυπαντικό, αντιρρυπαντική ουσία
防汚塗料 ぼうおとりょう

ουσιαστικό

  1. 01 αντιρρυπαντικό χρώμα
防衛食 ぼうえいしょく

ουσιαστικό

  1. 01 εφόδια άμυνας (τροφή που καταναλώνεται σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης)
防露 ぼうろ

ουσιαστικό

  1. 01 πρόληψη υγροποίησης, αποτροπή συμπύκνωσης υδρατμών
防水帆布 ぼうすいはんぷ

ουσιαστικό

  1. 01 αδιάβροχος μουσαμάς, αδιάβροχο καραβόπανο
防災とボランティアの日 ぼうさいとボランティアのひ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ημέρα πρόληψης καταστροφών και εθελοντισμού (17 Ιανουαρίου)
防災士 ぼうさいし

ουσιαστικό

  1. 01 ειδικός διαχείρισης καταστροφών, εμπειρογνώμονας ετοιμότητας για καταστροφές
防災林 ぼうさいりん

ουσιαστικό

  1. 01 δάσος που φυτεύεται για την προστασία γης, δρόμων κ.λπ. από φυσικές καταστροφές
防潮林 ぼうちょうりん

ουσιαστικό

  1. 01 δάσος που φυτεύεται για την προστασία της ακτογραμμής, δάσος ελέγχου παλίρροιας
防霧林 ぼうむりん

ουσιαστικό

  1. 01 δέντρα που προστατεύουν την ξηρά από τις ομίχλες της θάλασσας
防災公園 ぼうさいこうえん

ουσιαστικό

  1. 01 πάρκο που μπορεί να χρησιμεύσει ως κέντρο παροχής βοήθειας έκτακτης ανάγκης
防衛者 ぼうえいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αμυνόμενος, υπερασπιστής
防炎性 ぼうえんせい

ουσιαστικό

  1. 01 αντιπυρική ικανότητα, πυραντοχή
防じんマスク ぼうじんマスク

ουσιαστικό

  1. 01 μάσκα προστασίας από τη σκόνη
防湿包装 ぼうしつほうそう

ουσιαστικό

  1. 01 ανθυγροσκοπική συσκευασία
防音性 ぼうおんせい

ουσιαστικό

  1. 01 ηχοαπορρόφηση, ηχομονωτικές ιδιότητες
防衛運転 ぼうえいうんてん

ουσιαστικό

  1. 01 αμυντική οδήγηση
防衛的 ぼうえいてき

επίθετο

  1. 01 αμυντικός
防染糊 ぼうせんのり

ουσιαστικό

  1. 01 πάστα προστασίας (βαφική), ανθεκτικός
防火林 ぼうかりん

ουσιαστικό

  1. 01 ζώνη δέντρων φυτεμένη ως πυράντοχος φραγμός