725 αποτελέσματα για «三»

三刀流 さんとうりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 χειριστής τριών σπαθιών
  2. 02 παίκτης που αγωνίζεται ως πίτσερ, αμυντικός και ρόπαλο
三菱電機 みつびしでんき

ουσιαστικό

  1. 01 Μιτσουμπίσι Ελέκτρικ
三角柱 さんかくちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 τριγωνικό πρίσμα
三節棍 さんせつこん

ουσιαστικό

  1. 01 τρίπτυχο κοντάρι, σανσέτσουκον
三者凡退 さんしゃぼんたい

ουσιαστικό

  1. 01 απομάκρυνση τριών συνεχόμενων επιθετικών χωρίς να φτάσει κανείς στη βάση
三柱の神 みはしらのかみ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 οι τρεις κύριες θεότητες (Αματεράσου Ομικάμι, Τσουκουγιόμι νο Μικότο και Σουσάνοο νο Μικότο)
三十六計逃げるに如かず さんじゅうろっけいにげるにしかず

άλλο

  1. 01 σε μια δύσκολη κατάσταση η πιο έξυπνη κίνηση είναι η υποχώρηση
三尊 さんぞん

ουσιαστικό

  1. 01 τριπλή παράσταση Βούδα, απεικόνιση Βούδα που συνοδεύεται από δύο μποντισάτβα
  2. 02 τα Τρία Πολύτιμα, ο Βούδας, η διδασκαλία του Βούδα και η κοινότητα των μοναχών
  3. 03 κεφάλι και ώμοι (μοτίβο διαγράμματος τιμών μετοχών κ.λπ.)
  4. 04 τα τρία πρόσωπα που οφείλει κανείς να σέβεται: ο άρχοντας, ο πατέρας, ο δάσκαλος
三博士 さんはかせ

ουσιαστικό

  1. 01 τρεις μάγοι, τρεις σοφοί
三々 さんさん

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο 3-3
三親等 さんしんとう

ουσιαστικό

  1. 01 τρίτος βαθμός συγγένειας
三度の飯より好き さんどのめしよりすき

άλλο

  1. 01 υπερβολικά παθιασμένος, που το αγαπάει κανείς περισσότερο από το φαγητό, που προτιμά να μην φάει παρά να το στερηθεί, πιο σημαντικό από τα τρία γεύματα της ημέρας
三尺帯 さんじゃくおび

ουσιαστικό

  1. 01 ζώνη μέσης, ζωστήρας, υφασμάτινη ζώνη, σαντζάκου όμπι
三身 さんじん

ουσιαστικό

  1. 01 τρικάγια (τα τρία σώματα του Βούδα)
三塁打 さんるいだ

ουσιαστικό

  1. 01 τριπλό χτύπημα, τριπλό
三葉虫 さんようちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 τριλοβίτης
三角旗 さんかくき

ουσιαστικό

  1. 01 τριγωνικό σημαιοφόρο
三行半 みくだりはん

ουσιαστικό

  1. 01 έγγραφο διαζυγίου, δήλωση χωρισμού
  2. 02 χωρισμός (εκτός γάμου), διάρρηξη σχέσης
三貴子 みはしらのうずのみこ

ουσιαστικό

  1. 01 οι τρεις κυρίαρχοι θεοί (Αματεράσου Ομικάμι, Τσουκουγιόμι νο Μικότο και Σουσάνο-ο νο Μικότο)
三権 さんけん

ουσιαστικό

  1. 01 οι τρεις εξουσίες της κυβέρνησης (νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική)