330 αποτελέσματα για «共»

共同疎開 きょうどうそかい

ουσιαστικό

  1. 01 κοινοτική εκκένωση
共同創設者 きょうどうそうせつしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συνιδρυτής
共販 きょうはん

ουσιαστικό

  1. 01 συνεταιριστική πώληση
共販会社 きょうはんがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εταιρεία συνεταιριστικών πωλήσεων
共編者 きょうへんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συνεκδότης
共裏 ともうら

ουσιαστικό

  1. 01 η επένδυση ενός κιμονό με το ίδιο ύφασμα από το οποίο είναι κατασκευασμένο το ίδιο το κιμονό
共労者 きょうろうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συνεργάτης
共同企業 きょうどうきぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 κοινοπραξία
共訳者 きょうやくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συνμεταφραστής
共同権利者 きょうどうけんりしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συνδικαιούχος
共同義務者 きょうどうぎむしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συνυπόχρεος
共起 きょうき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνεμφάνιση
共晶 きょうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ευτηκτικό σημείο, χαμηλότερο σημείο τήξης
共形 きょうけい

άλλο

  1. 01 σύμμορφος
共形場理論 きょうけいばりろん

ουσιαστικό

  1. 01 συμμορφική θεωρία πεδίου
共格 きょうかく

ουσιαστικό

  1. 01 συνοδευτικός
共同発明 きょうどうはつめい

ουσιαστικό

  1. 01 συνεφεύρεση
共聴 きょうちょう

άλλο

  1. 01 κοινοτικός, κοινόχρηστος
共同視聴 きょうどうしちょう

άλλο

  1. 01 κοινότητα, συλλογικός
  2. 02 κοινόχρηστος, μοιραζόμενος
共同軍事演習 きょうどうぐんじえんしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή στρατιωτική άσκηση