517 αποτελέσματα για «内»

内腔 ないこう

ουσιαστικό

  1. 01 αυλός (ο κενός χώρος μέσα σε έναν σωλήνα, ένα όργανο ή ένα αιμοφόρο αγγείο)
内閣不信任案 ないかくふしんにんあん

ουσιαστικό

  1. 01 κοινοβουλευτική πρόταση μομφής κατά του υπουργικού συμβουλίου
内福 ないふく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 πλουσιότερος απ' ό,τι φαίνεται
内覧会 ないらんかい

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιωτική προβολή, κλειστή παρουσίαση, ανεπίσημη προεπισκόπηση
  2. 02 επιθεώρηση νεόδμητης κατοικίας
内済 ないさい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξωδικαστικός συμβιβασμός
内製化 ないせいか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εσωτερική παραγωγή
内製 ないせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εσωτερική παραγωγή
内衣 ないえ

ουσιαστικό

  1. 01 υποκάμισο μοναχού
内衣 ないい

ουσιαστικό

  1. 01 πετσέτα μπάνιου μιας στρώσης που απορροφά την υγρασία (φοριέται κατά τη διάρκεια ή μετά το μπάνιο)
内傷 ないしょう

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικό τραύμα
内患 ないかん

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικό πρόβλημα, εσωτερική αναταραχή
内輪喧嘩 うちわげんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 οικογενειακός καυγάς, εσωτερική έριδα, ενδοοικογενειακό πρόβλημα
内部生活 ないぶせいかつ

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικός βίος
内因 ないいん

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερική αιτία, εσωτερικό κίνητρο
内緒事 ないしょごと

ουσιαστικό

  1. 01 μυστικό, ιδιωτική υπόθεση, εμπιστευτικό θέμα
内々定 ないないてい

ουσιαστικό

  1. 01 πρόωρη ανεπίσημη προσφορά εργασίας, άτυπη υπόσχεση απασχόλησης
内外人 ないがいじん

ουσιαστικό

  1. 01 ημεδαποί και αλλοδαποί
内野席 ないやせき

ουσιαστικό

  1. 01 κερκίδες εσωτερικού γηπέδου
内家拳 ないかけん

ουσιαστικό

  1. 01 ναϊκέν (στυλ κινεζικών πολεμικών τεχνών), εσωτερικές πολεμικές τέχνες
内視鏡手術 ないしきょうしゅじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 ενδοσκοπική χειρουργική