539 αποτελέσματα για «出»

出発日 しゅっぱつび

ουσιαστικό

  1. 01 ημερομηνία αναχώρησης, ημέρα αναχώρησης
出版界 しゅっぱんかい

ουσιαστικό

  1. 01 εκδοτικός κόσμος
出産予定日 しゅっさんよていび

ουσιαστικό

  1. 01 ημερομηνία πιθανού τοκετού, αναμενόμενη ημερομηνία τοκετού, καταληκτική ημερομηνία
出色 しゅっしょく

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 εξαιρετικός, υπέροχος, αξιοσημείωτος
出血死 しゅっけつし

ουσιαστικό

  1. 01 θάνατος από αιμορραγία
出発時刻 しゅっぱつじこく

ουσιαστικό

  1. 01 ώρα αναχώρησης
出来すぎ できすぎ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 υπερβολικά καλό (για παιδί, για να είναι αληθινό, κ.λπ.)
  2. 02 υπερπαραγωγή (π.χ. καλλιεργειών), κατασκευή υπερβολικής ποσότητας
出題範囲 しゅつだいはんい

ουσιαστικό

  1. 01 ύλη εξετάσεων, το εύρος της εξεταστέας ύλης
出店 でみせ

ουσιαστικό

  1. 01 υποκατάστημα
  2. 02 πάγκος, μικροπωλητής (στο δρόμο)
出っ歯 でっぱ

ουσιαστικό

  1. 01 προεξέχον δόντι, προγναθισμός, δόντια που πετάνε προς τα έξω
出会い系サイト であいけいサイト

ουσιαστικό

  1. 01 ιστοσελίδα γνωριμιών
出棺 しゅっかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταφορά του φέρετρου έξω από το σπίτι ή την τελετή, νεκρική πομπή
出先機関 でさききかん

ουσιαστικό

  1. 01 περιφερειακή υπηρεσία, υποκατάστημα
出京 しゅっきょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναχώρηση για την πρωτεύουσα, μετάβαση στην πρωτεύουσα
  2. 02 αναχώρηση από την πρωτεύουσα
出品物 しゅっぴんぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 έκθεμα, αντικείμενο προς έκθεση
出版元 しゅっぱんもと

ουσιαστικό

  1. 01 εκδοτικός οίκος
出船 でふね

ουσιαστικό

  1. 01 αναχώρηση από το λιμάνι, απόπλους
  2. 02 αποχωρούν πλοίο, πλοίο που φεύγει από το λιμάνι
出船 しゅっせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόπλους πλοίου (από λιμάνι), σαλπάρισμα
出金 しゅっきん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάληψη χρημάτων, πληρωμή, συνεισφορά, επένδυση, χρηματοδότηση
出御 しゅつぎょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυτοκρατορική άφιξη (στο γραφείο του ή αλλού)