299 αποτελέσματα για «半»

半生菓子 はんなまがし

ουσιαστικό

  1. 01 ημιδιατηρήσιμα γλυκά, ημίξηρα ζαχαρώδη
半棒術 はんぼうじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 πολεμική τέχνη που χρησιμοποιεί κοντό ραβδί
半自動小銃 はんじどうしょうじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ημιαυτόματο όπλο
半返し縫い はんがえしぬい

ουσιαστικό

  1. 01 ημιπισινή βελονιά
半大統領制 はんだいとうりょうせい

ουσιαστικό

  1. 01 ημιπροεδρικό σύστημα, σύστημα διπλής εκτελεστικής εξουσίας
半翅目 はんしもく

ουσιαστικό

  1. 01 ημίπτερα
半価 はんか

ουσιαστικό

  1. 01 μισή τιμή
半道海豚 ばんどういるか

ουσιαστικό

  1. 01 ρινοδέλφινο, ρινοδέλφινο το ευκίνητο (Tursiops truncatus)
半股引き はんももひき

ουσιαστικό

  1. 01 κοντό εσώρουχο που φτάνει μέχρι το γόνατο
半挿 はんぞう

ουσιαστικό

  1. 01 σκεύος παρόμοιο με τσαγιέρα, συνήθως κατασκευασμένο από λάκα, που χρησιμοποιείται για το σερβίρισμα ζεστών και κρύων ροφημάτων
  2. 02 λεκάνη νερού με δύο λαβές στις αντίθετες πλευρές, που χρησιμοποιείται για το πλύσιμο του προσώπου ή των χεριών
半張り はんばり

ουσιαστικό

  1. 01 μισή σόλα
半陰影 はんいんえい

ουσιαστικό

  1. 01 παρασκιά
半塩水 はんえんすい

ουσιαστικό

  1. 01 υφάλμυρο νερό
半加工品 はんかこうひん

ουσιαστικό

  1. 01 ημικατεργασμένα προϊόντα
半過去 はんかこ

ουσιαστικό

  1. 01 παρατατικός
半革装丁 はんかわそうてい

ουσιαστικό

  1. 01 ημιδερματόδετη βιβλιοδεσία
半官報 はんかんぽう

ουσιαστικό

  1. 01 ημιεπίσημη εφημερίδα
半月刊 はんげっかん

ουσιαστικό

  1. 01 δεκαπενθήμερη έκδοση
半熟練工 はんじゅくれんこう

ουσιαστικό

  1. 01 ημιεξειδικευμένος εργάτης
半切符 はんきっぷ

ουσιαστικό

  1. 01 εισιτήριο μισής τιμής