266 αποτελέσματα για «取»

取っ付き とっつき

ουσιαστικό

  1. 01 αρχή, έναρξη
  2. 02 πρώτο σημείο επαφής, προσέγγιση
  3. 03 προσιτότητα, φιλικότητα
取扱所 とりあつかいじょ

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο εξυπηρέτησης, αντιπροσωπεία, γραφείο
取引者 とりひきしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συναλλασσόμενος
取扱店 とりあつかいてん

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστημα που διαθέτει ένα συγκεκριμένο είδος, διανομέας
  2. 02 σημείο εξυπηρέτησης, αντιπροσωπεία, γραφείο
取り入れ口 とりいれぐち

ουσιαστικό

  1. 01 στόμιο εισαγωγής
取り離す とりはなす

ρήμα

  1. 01 απελευθερώνω, αφήνω ελεύθερο
取り所 とりどころ

ουσιαστικό

  1. 01 αξία, πλεονέκτημα
取れ過ぎ とれすぎ

ουσιαστικό

  1. 01 υπερβολική σοδειά, υπερπαραγωγή
取扱人 とりあつかいにん

ουσιαστικό

  1. 01 αντιπρόσωπος, υπεύθυνος
取り巻き連 とりまきれん

ουσιαστικό

  1. 01 ακόλουθοι ή παρατρεχάμενοι κάποιου
取米 とりまい

ουσιαστικό

  1. 01 φόρος σε ρύζι (κατά την περίοδο Έντο)
取り前 とりまえ

ουσιαστικό

  1. 01 μερίδιο, μερίδα
取得時効 しゅとくじこう

ουσιαστικό

  1. 01 χρησικτησία, θετική παραγραφή
取付金具 とりつけかなぐ

ουσιαστικό

  1. 01 βάση στήριξης, μεταλλικό εξάρτημα για τοποθέτηση, μεταλλικό σύνδεσμο
取材現場 しゅざいげんば

ουσιαστικό

  1. 01 τοποθεσία ρεπορτάζ, χώρος συλλογής ειδήσεων, ο τόπος του γεγονότος
取扱書 とりあつかいしょ

ουσιαστικό

  1. 01 εγχειρίδιο χρήσης, οδηγίες χειρισμού
取り払い とりはらい

ουσιαστικό

  1. 01 απομάκρυνση, καθαρισμός, κατεδάφιση
取締役副社長 とりしまりやくふくしゃちょう

ουσιαστικό

  1. 01 εκτελεστικός αντιπρόεδρος
取り拉ぐ とりひしぐ

ρήμα

  1. 01 συνθλίβω
取り舵を取る とりかじをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 στρίβω αριστερά (προς την αριστερή πλευρά του πλοίου)