218 αποτελέσματα για «受»

受注率 じゅちゅうりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστό αποδοχής παραγγελιών, ποσοστό επιτυχίας, ποσοστό κερδισμένων πωλήσεων
受忍 じゅにん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπομένω (δυσκολίες, ταλαιπωρίες, κ.λπ.), ανέχομαι, αποδέχομαι
受託事業 じゅたくじぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 ανατεθειμένη δραστηριότητα, εργολάβος, δραστηριότητα εξωτερικής ανάθεσης
受忍限度 じゅにんげんど

ουσιαστικό

  1. 01 όριο ανοχής, ανθρώπινα όρια, μέγιστο επιτρεπτό όριο
受苦日 じゅくび

ουσιαστικό

  1. 01 Μεγάλη Παρασκευή
受容体 じゅようたい

ουσιαστικό

  1. 01 υποδοχέας
  2. 02 δέκτης (ηλεκτρονίων)
  3. 03 αισθητήριος υποδοχέας
受寄者 じゅきしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 μεσεγγυούχος
受光素子 じゅこうそし

ουσιαστικό

  1. 01 φωτοανιχνευτής, φωτοαισθητήρας, στοιχείο λήψης φωτός
受験英語 じゅけんえいご

ουσιαστικό

  1. 01 αγγλικά προσανατολισμένα στις εξετάσεις, αγγλικά που μελετώνται αποκλειστικά για εξετάσεις (ιδίως για την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο)
受容性 じゅようせい

ουσιαστικό

  1. 01 δεκτικότητα
受容力 じゅようりょく

ουσιαστικό

  1. 01 δεκτικότητα, ικανότητα αποδοχής
受け入れ態勢 うけいれたいせい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ετοιμότητα υποδοχής (νέων μαθητών, προσφύγων κ.λπ.)
受光部 じゅこうぶ

ουσιαστικό

  1. 01 φωτοδέκτης (π.χ. τηλεχειριστηρίου), οπτικός δέκτης
受光器 じゅこうき

ουσιαστικό

  1. 01 φωτοανιχνευτής
受光 じゅこう

ουσιαστικό

  1. 01 λήψη φωτός, ανίχνευση φωτός
受光面 じゅこうめん

ουσιαστικό

  1. 01 επιφάνεια λήψης φωτός (π.χ. σε ηλιακό πάνελ), φωτοευαίσθητη επιφάνεια
受領印 じゅりょういん

ουσιαστικό

  1. 01 σφραγίδα παραλαβής
  1. 01 δέχομαι
  2. 02 υφίσταμαι, υποβάλλομαι σε
  3. 03 απαντάω (στο τηλέφωνο)
  4. 04 παίρνω, δέχομαι
  5. 05 λαμβάνω, παίρνω
  6. 06 πιάνω (π.χ. αρρώστια), προσβάλλομαι
  7. 07 λαμβάνω, δέχομαι