958 αποτελέσματα για «国»

国替え くにがえ

ουσιαστικό

  1. 01 αναγκαστική μετακίνηση νταϊμιό σε διαφορετικό φέουδο (περίοδος Έντο)
  2. 02 αλλαγή εκλογικής περιφέρειας (για πολιτικό), αλλαγή περιοχής
国連大使 こくれんたいし

ουσιαστικό

  1. 01 πρεσβευτής στον ΟΗΕ
国内法 こくないほう

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικό δίκαιο, εθνικό δίκαιο
国勢 こくせい

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση μιας χώρας (πληθυσμός, πόροι κ.ά.), συνθήκες μιας χώρας, ισχύς μιας χώρας
国使 こくし

ουσιαστικό

  1. 01 απεσταλμένος
国際警察 こくさいけいさつ

ουσιαστικό

  1. 01 διεθνής αστυνομία
国内事情 こくないじじょう

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικές υποθέσεις
国内旅行 こくないりょこう

ουσιαστικό

  1. 01 ταξίδι στο εσωτερικό της χώρας
国民服 こくみんふく

ουσιαστικό

  1. 01 κοκουμίν φουκού (στρατιωτικού τύπου στολή για τους Ιάπωνες άνδρες που καθιερώθηκε το 1940)
国論 こくろん

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή γνώμη
国手 こくしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 εξειδικευμένος ιατρός, διακεκριμένος γιατρός, δεξιοτέχνης
国津神 くにつかみ

ουσιαστικό

  1. 01 θεοί της γης, επίγειες θεότητες
国選弁護人 こくせんべんごにん

ουσιαστικό

  1. 01 δικηγόρος διορισμένος από το δικαστήριο
国表 くにおもて

ουσιαστικό

  1. 01 πατρίδα, γενέτειρα επαρχία
国際協調 こくさいきょうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 διεθνής συνεργασία, διεθνής αρμονία
国民主権 こくみんしゅけん

ουσιαστικό

  1. 01 λαϊκή κυριαρχία
国家安全保障会議 こっかあんぜんほしょうかいぎ

ουσιαστικό

  1. 01 Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας
国事犯 こくじはん

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτικό έγκλημα
国境紛争 こっきょうふんそう

ουσιαστικό

  1. 01 συνοριακή διαφορά
国大 こくだい

ουσιαστικό

  1. 01 εθνικό πανεπιστήμιο