588 αποτελέσματα για «地»
地元政府 じもとせいふ
ουσιαστικό
- 01 τοπική αυτοδιοίκηση
地銀 ちぎん
ουσιαστικό
- 01 περιφερειακή τράπεζα
地政学 ちせいがく
ουσιαστικό
- 01 γεωπολιτική
地方版 ちほうばん
ουσιαστικό
- 01 τοπική έκδοση
地方行政 ちほうぎょうせい
ουσιαστικό
- 01 τοπική αυτοδιοίκηση
地面師 じめんし
ουσιαστικό
- 01 απατεώνας γης, μεσίτης ακινήτων με δόλο
地蔵盆 じぞうぼん
ουσιαστικό
- 01 Τζίζο-μπον, θρησκευτική γιορτή αφιερωμένη στα παιδιά, κατά την οποία στολίζονται αγάλματα του Τζίζο, κυρίως στο Κιότο, που πραγματοποιείται στις 23-24 Αυγούστου
地峡 ちきょう
ουσιαστικό
- 01 ισθμός
地方分権 ちほうぶんけん
ουσιαστικό
- 01 αποκέντρωση της εξουσίας
地唄 じうた
ουσιαστικό
- 01 είδος παραδοσιακού τραγουδιού
地方名 ちほうめい
ουσιαστικό
- 01 γεωγραφικό όνομα
- 02 τοπική ονομασία
地球に優しい ちきゅうにやさしい
άλλο
- 01 φιλικός προς το περιβάλλον, οικολογικός, βιώσιμος
地震対策 じしんたいさく
ουσιαστικό
- 01 προφυλάξεις κατά σεισμού, αντισεισμικά μέτρα, διαδικασίες αντισεισμικής προστασίας, αντισεισμική θωράκιση
地稽古 じげいこ
ουσιαστικό
- 01 προπόνηση μεταξύ δύο ασκουμένων με το ίδιο επίπεδο ικανότητας (κέντο)
- 02 γενική προπόνηση που περιλαμβάνει και τους έξι τύπους (κέντο)
地謡 じうたい
ουσιαστικό
- 01 χορωδία νο
地球周回軌道 ちきゅうしゅうかいきどう
ουσιαστικό
- 01 τροχιά γύρω από τη Γη, γεωκεντρική τροχιά
地対地 ちたいち
ουσιαστικό
- 01 εδάφους-εδάφους (για πύραυλο κ.ά.), εδάφους-εδάφους
地場産業 じばさんぎょう
ουσιαστικό
- 01 τοπική βιομηχανία, παραδοσιακή τοπική βιομηχανία
地引き網 じびきあみ
ουσιαστικό
- 01 διχτυωτό σύρσιμο ακτής, γρίπος, τράτα
地方民 ちほうみん
ουσιαστικό
- 01 επαρχιώτης, κάτοικος περιοχής εκτός μεγάλων αστικών κέντρων