207 αποτελέσματα για «当»
当事者意識 とうじしゃいしき
ουσιαστικό
- 01 αίσθηση εμπλοκής (π.χ. σε ένα κίνημα), συνείδηση ότι κάποιος είναι συμμέτοχος
当たり札 あたりふだ
ουσιαστικό
- 01 σωστό φύλλο (βλ. καρούτα), φύλλο στο πεδίο που αντιστοιχεί στο ντεφούντα
当て振り あてぶり
ουσιαστικό
- 01 χορευτική κίνηση που αποδίδει το νόημα των στίχων ενός τραγουδιού
- 02 ερμηνεία με μιμητική κίνηση αναπαράστασης παιξίματος μουσικών οργάνων
当薬竜胆 トウヤクリンドウ
ουσιαστικό
- 01 λευκωπή γεντιανή (Gentiana algida)
当代一 とうだいいち
ουσιαστικό
- 01 ο καλύτερος της εποχής του, ο σπουδαιότερος της περιόδου του, απαράμιλλος, ασυναγώνιστος
当たりき車力 あたりきしゃりき
άλλο
- 01 προφανώς, φυσικά, εννοείται
当
- 01 χτυπάω
- 02 σωστός
- 03 κατάλληλος
- 04 ο ίδιος