253 αποτελέσματα για «悪»

悪衣悪食 あくいあくしょく

ουσιαστικό

  1. 01 πρόχειρα ρούχα και απλή διατροφή
悪に強いは善にも強い あくにつよいはぜんにもつよい

άλλο, επίθετο

  1. 01 αυτός που είναι ικανός στο κακό, είναι εξίσου ικανός και στο καλό (μετά τη μετάνοια)
悪に傾く あくにかたむく

άλλο, ρήμα

  1. 01 κλίνω προς το κακό
悪質商法 あくしつしょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 κακόπιστες εμπορικές πρακτικές, απατηλές επιχειρηματικές πρακτικές, δόλιες εμπορικές πρακτικές
悪露 おろ

ουσιαστικό

  1. 01 λόχεια, μεγεννητική κολπική έκκριση
悪地 あくち

ουσιαστικό

  1. 01 άγονη γη
悪魔派 あくまは

ουσιαστικό

  1. 01 σατανιστική σχολή
悪いとこ取り わるいとこどり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ο συνδυασμός των αρνητικών στοιχείων και από τις δύο περιπτώσεις
悪し あし

άλλο

  1. 01 κακός, μοχθηρός
悪げ わるげ

επίθετο

  1. 01 κακόβουλη εμφάνιση, πρόθεση για κακό
悪症 あくしょう

ουσιαστικό

  1. 01 κακοήθης ή ιοβόλα νόσος
悪さ わるさ

ουσιαστικό

  1. 01 κακία, πονηριά, σκανταλιά
悪茄子 わるなすび

ουσιαστικό

  1. 01 καρολίνιο σολανό (Solanum carolinense)
悪の巷 あくのちまた

ουσιαστικό

  1. 01 περιθωριακή περιοχή, ο υπόκοσμος
悪衣 あくい

ουσιαστικό

  1. 01 φθαρμένα ρούχα, ευτελής ενδυμασία
悪戯着 いたずらぎ

ουσιαστικό

  1. 01 παιδικό φορμάκι, παιχνιδιάρικη στολή
悪酒 あくしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 φθηνό αλκοόλ, κακής ποιότητας ποτό
悪水 あくすい

ουσιαστικό

  1. 01 μη πόσιμο νερό
悪税 あくぜい

ουσιαστικό

  1. 01 παράλογος φόρος
悪舌 あくぜつ

ουσιαστικό

  1. 01 κακιά γλώσσα, κουτσομπολιό