448 αποτελέσματα για «文»

文語調 ぶんごちょう

ουσιαστικό

  1. 01 ύφος λόγιου γραπτού λόγου, λογοτεχνικό ύφος
文化闘争 ぶんかとうそう

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτισμικός αγώνας (σύγκρουση εκκλησίας και κράτους στην Πρωσία· 1872-1887)
文化鍋 ぶんかなべ

ουσιαστικό

  1. 01 βαρύ σκεύος με δύο λαβές που χρησιμοποιείται για το μαγείρεμα ρυζιού
文法学者 ぶんぽうがくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 γραμματικός
文化審議会 ぶんかしんぎかい

ουσιαστικό

  1. 01 Συμβούλιο Πολιτιστικών Υποθέσεων
文化摩擦 ぶんかまさつ

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτισμική τριβή
文藻 ぶんそう

ουσιαστικό

  1. 01 λογοτεχνικό ταλέντο
文は人なり ぶんはひとなり

άλλο

  1. 01 το ύφος είναι ο άνθρωπος, το ύφος είναι ο ίδιος ο άνθρωπος
文彩 ぶんさい

ουσιαστικό

  1. 01 λογοτεχνικό κόσμημα, σχήμα λόγου, ρητορικό στόλισμα
  2. 02 όμορφος χρωματισμός
文字言語 もじげんご

ουσιαστικό

  1. 01 γραπτή γλώσσα, λογοτεχνική γλώσσα
文亀 ぶんき

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή Μπούνκι (29 Φεβρουαρίου 1501-30 Φεβρουαρίου 1504)
文脈自由文法 ぶんみゃくじゆうぶんぽう

ουσιαστικό

  1. 01 συμφραστικά ελεύθερη γραμματική
文化博物館 ぶんかはくぶつかん

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτιστικό μουσείο, μουσείο πολιτισμού
文章体 ぶんしょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 γραπτό ύφος
文教地区 ぶんきょうちく

ουσιαστικό

  1. 01 εκπαιδευτική ζώνη
文化功労者 ぶんかこうろうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσωπο με πολιτιστική προσφορά, τιμητικός τίτλος που αναγνωρίζει εξαιρετικές πολιτιστικές συνεισφορές
文博 ぶんはく

ουσιαστικό

  1. 01 διδάκτωρ φιλολογίας
文正 ぶんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή Μπουνσό (28 Φεβρουαρίου 1466 - 5 Μαρτίου 1467)
文章法 ぶんしょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 μέθοδος γραφής, τρόπος σύνταξης κειμένου
  2. 02 συντακτικό
文句なく もんくなく

επίρρημα

  1. 01 αναμφισβήτητα, τέλεια