1264 αποτελέσματα για «日»

日本相撲協会 にほんすもうきょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 Ιαπωνική Ένωση Σούμο (JSA)
日英同盟 にちえいどうめい

ουσιαστικό

  1. 01 Αγγλοϊαπωνική Συμμαχία (1902-1923)
日仏 にちふつ

ουσιαστικό

  1. 01 Ιαπωνία και Γαλλία
日系企業 にっけいきぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνική εταιρεία με δραστηριότητα στο εξωτερικό, εταιρεία με μερική χρηματοδότηση από ιάπωνες υπηκόους
日脚 ひあし

ουσιαστικό

  1. 01 διάρκεια της ημέρας
  2. 02 κίνηση του Ήλιου (στον ουρανό)
  3. 03 ηλιαχτίδα (που διαπερνά τα σύννεφα)
  4. 04 ημερήσιο κηροπήγιο (στα διαγράμματα χρηματιστηρίου)
日射 にっしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ηλιακή ακτινοβολία, ηλιακή ακτινοβολία (insolation)
日本市場 にほんしじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνική αγορά
日ソ にっソ

ουσιαστικό

  1. 01 Ιαπωνία και Σοβιετική Ένωση, ιαπωνοσοβιετικός
日割り ひわり

ουσιαστικό

  1. 01 ημερήσια χρέωση, ημερήσιο ποσοστό
  2. 02 καθημερινό πρόγραμμα, χρονοδιάγραμμα
日本標準時 にほんひょうじゅんじ

ουσιαστικό

  1. 01 τυπική ώρα Ιαπωνίας, JST
日外 じつがい

επίρρημα

  1. 01 κάποτε, κάποτε στο παρελθόν, κάποια στιγμή
日本電気 にっぽんでんき

ουσιαστικό

  1. 01 NEC (ιαπωνική εταιρεία ηλεκτρονικών)
日本大学 にほんだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Νιχόν
日サロ ひサロ

ουσιαστικό

  1. 01 ινστιτούτο τεχνητού μαυρίσματος
日本料理店 にほんりょうりてん

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικό εστιατόριο
日帰り旅行 ひがえりりょこう

ουσιαστικό

  1. 01 μονοήμερη εκδρομή
日新 にっしん

ουσιαστικό

  1. 01 καθημερινή ανανέωση, ταχεία πρόοδος
日本新記録 にほんしんきろく

ουσιαστικό

  1. 01 νέο ιαπωνικό ρεκόρ
日本文 にほんぶん

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνική γραφή, ιαπωνικό κείμενο
日焼けサロン ひやけサロン

ουσιαστικό

  1. 01 ινστιτούτο τεχνητού μαυρίσματος, στούντιο σολάριουμ