288 αποτελέσματα για «時»
時雨模様 しぐれもよう
ουσιαστικό
- 01 συννεφιασμένος ουρανός με τάση για βροχή
- 02 μοιάζει με βροχερό καιρό
時間刻み じかんきざみ
ουσιαστικό
- 01 χτύπος ρολογιού
時角 じかく
ουσιαστικό
- 01 ωριαία γωνία
時価会計 じかかいけい
ουσιαστικό
- 01 λογιστική τρέχουσας αξίας, λογιστική αγοραίας αξίας, λογιστική αποτίμησης στην αγοραία αξία, λογιστική εύλογης αξίας
時分割システム じぶんかつシステム
ουσιαστικό
- 01 σύστημα χρονικού καταμερισμού
時事論 じじろん
ουσιαστικό
- 01 σχόλια πάνω στην τρέχουσα επικαιρότητα
時空空間 じくうくうかん
ουσιαστικό
- 01 χωροχρονικός χώρος
時つ風 ときつかぜ
ουσιαστικό
- 01 ευνοϊκός άνεμος, ο άνεμος που πνέει κατά την άνοδο της παλίρροιας
時期早尚 じきそうしょう
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 πρόωρος
時様 じよう
ουσιαστικό
- 01 τελευταία λέξη της μόδας, πνεύμα της εποχής
時間順序積 じかんじゅんじょせき
ουσιαστικό
- 01 χρονολογικό γινόμενο
時間発展 じかんはってん
ουσιαστικό
- 01 χρονική εξέλιξη, χρονική ανάπτυξη
時宜によって じぎによって
άλλο
- 01 ανάλογα με τις περιστάσεις
時数 じすう
ουσιαστικό
- 01 αριθμός ωρών
時計座 とけいざ
ουσιαστικό
- 01 Ωρολόγιον (αστερισμός), το Εκκρεμές
時候外れ じこうはずれ
ουσιαστικό
- 01 εκτός εποχής
時鮭 ときしらず
ουσιαστικό
- 01 σολομός που αλιεύεται το καλοκαίρι (τοκισιράζου)
時期に差し掛ける じきにさしかける
ρήμα
- 01 πλησιάζω στην κατάλληλη εποχή
時計皿 とけいざら
ουσιαστικό
- 01 ύαλος ωρολογοποιού
時輪金剛 じりんこんごう
ουσιαστικό
- 01 Καλατσάκρα, τροχός του χρόνου (ταντρική βουδιστική θεότητα)