418 αποτελέσματα για «有»

有言不実行 ゆうげんふじっこう

άλλο

  1. 01 λόγια πολλά χωρίς πράξεις
有利子負債 ゆうりしふさい

ουσιαστικό

  1. 01 τοκοφόρες υποχρεώσεις, τοκοφόρο χρέος, δανειακές υποχρεώσεις, χρέος με τόκο
有卦に入る うけにいる

άλλο, ρήμα

  1. 01 έχω καλή τύχη
有志同盟 ゆうしどうめい

ουσιαστικό

  1. 01 συνασπισμός των πρόθυμων (κράτη που υποστήριξαν την προληπτική επίθεση της Αμερικής στο Ιράκ το 2003)
有意義に過ごしてください ゆういぎにすごしてください

άλλο

  1. 01 να περάσεις καλά!
有袋動物 ゆうたいどうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 μαρσιποφόρο
有意的 ゆういてき

επίθετο

  1. 01 ηθελημένος, σκόπιμος
  2. 02 σημαντικός, ουσιαστικός
有機リン ゆうきリン

ουσιαστικό

  1. 01 οργανικός φώσφορος
  2. 02 οργανοφωσφορικός
有報 ゆうほう

ουσιαστικό

  1. 01 ετήσια έκθεση κινητών αξιών, εκθέσεις περιουσιακών αξιών
有利と踏む ゆうりとふむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 θεωρώ πλεονεκτικό, θεωρώ φαβορί
有機農業 ゆうきのうぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 βιολογική γεωργία
有資格 ゆうしかく

ουσιαστικό

  1. 01 καταλληλότητα (για εκτέλεση εργασίας), προσόν, άδεια
有りとあらゆる ありとあらゆる

άλλο

  1. 01 κάθε νοητός, όλος, κάθε δυνατός, κάθε λογής
有理化 ゆうりか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξορθολογισμός
有力新聞 ゆうりょくしんぶん

ουσιαστικό

  1. 01 έγκριτη εφημερίδα, κορυφαία εφημερίδα
有りそうもない ありそうもない

άλλο

  1. 01 απίθανος, αβέβαιος
有半 ゆうはん

ουσιαστικό

  1. 01 το μισό μιας καθορισμένης μονάδας
有鱗目 ゆうりんもく

ουσιαστικό

  1. 01 λεπιδοφόρα, τάξη ερπετών με λέπια
  2. 02 φολιδωτά (τάξη των παγκολίνων)
有感地震 ゆうかんじしん

ουσιαστικό

  1. 01 αισθητός σεισμός
有害サイト ゆうがいサイト

ουσιαστικό

  1. 01 επιβλαβής ιστότοπος, κακόβουλος ιστότοπος