467 αποτελέσματα για «海»

海堡 かいほう

ουσιαστικό

  1. 01 κυματοθραύστης, παραθαλάσσιο οχυρό
海松 みる

ουσιαστικό

  1. 01 κοδιό το εύθραυστο (Codium fragile), πράσινο φύκι με διακλαδώσεις, νεκρά δάχτυλα, θαλάσσιο σφουγγάρι, πράσινο δέρας
海ほおずき うみほおずき

ουσιαστικό

  1. 01 θηκή αυγών σαλιγκαριού, κάψουλα αυγών γαστερόποδου
海洋研究開発機構 かいようけんきゅうかいはつきこう

ουσιαστικό

  1. 01 Ιαπωνικός Οργανισμός Θαλάσσιων-Γήινων Επιστημών και Τεχνολογίας, Τζαμστέκ (JAMSTEC)
海底地形 かいていちけい

ουσιαστικό

  1. 01 υποθαλάσσιο ανάγλυφο
海象 せいうち

ουσιαστικό

  1. 01 θαλάσσιος ίππος (Odobenus rosmarus)
  2. 02 θαλάσσιος ελέφαντας (Mirounga spp.)
海象 かいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 θαλάσσιο φαινόμενο, κατάσταση της θάλασσας
海底探査 かいていたんさ

ουσιαστικό

  1. 01 έρευνα βυθού, διερεύνηση του πυθμένα του ωκεανού, υποθαλάσσια εξερεύνηση
海綿状 かいめんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 σπογγοειδής, σπογγώδης
海軍特殊部隊 かいぐんとくしゅぶたい

ουσιαστικό

  1. 01 μονάδα ειδικών επιχειρήσεων του αμερικανικού πολεμικού ναυτικού (Navy SEALs)
海関 かいかん

ουσιαστικό

  1. 01 ναυτιλιακοί δασμοί
海外取材 かいがいしゅざい

ουσιαστικό

  1. 01 ρεπορτάζ στο εξωτερικό, κάλυψη ειδήσεων από το εξωτερικό
海台 かいだい

ουσιαστικό

  1. 01 υψίπεδο
海恕 かいじょ

ουσιαστικό

  1. 01 μεγαλοψυχία, συγχώρεση, γενναιοδωρία
海南鶏飯 かいなんけいはん

ουσιαστικό

  1. 01 κοτόπουλο με ρύζι τύπου Χαϊνάν
海上輸送路 かいじょうゆそうろ

ουσιαστικό

  1. 01 θαλάσσιες οδοί μεταφοράς
海のものとも山のものともつかない うみのものともやまのものともつかない

άλλο, επίθετο

  1. 01 αβέβαιος, απρόβλεπτος, ασαφής
海なし県 うみなしけん

ουσιαστικό

  1. 01 νομός χωρίς ακτογραμμή
海総 かいそう

ουσιαστικό

  1. 01 διαταγή αυτοκρατορικού ναυτικού
海角 かいかく

ουσιαστικό

  1. 01 ακρωτήριο, κάβος, προεξοχή ξηράς