286 αποτελέσματα για «物»

物的流通 ぶつてきりゅうつう

ουσιαστικό

  1. 01 φυσική διανομή
物合わせ ものあわせ

ουσιαστικό

  1. 01 μονοαουάσε, παιχνίδι σύγκρισης ποιημάτων, ζωγραφιών κ.λπ. κατά την περίοδο Χεϊάν
物づくし ものづくし

ουσιαστικό

  1. 01 απαρίθμηση (παρόμοιων πραγμάτων), κατάλογος, λίστα
物ともせず ものともせず

άλλο

  1. 01 δεν λογαριάζω κάτι, αψηφώ κάτι, παραβλέπω κάτι, παρά τις δυσκολίες, παρά την αντίσταση
物も言い様 ものもいいよう

άλλο

  1. 01 πρόσεχε τι λες, ζύγιζε τα λόγια σου
物名 ぶつめい

ουσιαστικό

  1. 01 όνομα αντικειμένου
  2. 02 ακροστιχίδα στην οποία διαδοχικές μόρες σχηματίζουν το κρυμμένο όνομα ζώου, φυτού, τόπου, κ.λπ.
物ボケ ものボケ

ουσιαστικό

  1. 01 παιχνίδι με αντικείμενα (είδος αυτοσχέδιας κωμωδίας), κωμωδία με χρήση αντικειμένων (prop comedy)
物外 ぶつがい

ουσιαστικό

  1. 01 υπερβατικός κόσμος, κόσμος πέρα από τον υλικό κόσμο, ένα μέρος απομονωμένο από τον κόσμο
物のインターネット もののインターネット

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 διαδίκτυο των πραγμάτων, IoT
物件費 ぶっけんひ

ουσιαστικό

  1. 01 έξοδα εξοπλισμού
物相飯 もっそうめし

ουσιαστικό

  1. 01 μονή μερίδα ρυζιού (ειδικότερα ως φυλακίσιο φαγητό)
物納税 ぶつのうぜい

ουσιαστικό

  1. 01 φόρος σε είδος
物断ち ものだち

ουσιαστικό

  1. 01 αποχή
物質名詞 ぶっしつめいし

ουσιαστικό

  1. 01 ουσιαστικό της ύλης
物性物理学 ぶっせいぶつりがく

ουσιαστικό

  1. 01 φυσική συμπυκνωμένης ύλης
物性学 ぶっせいがく

ουσιαστικό

  1. 01 επιστήμη των υλικών
物議騒然 ぶつぎそうぜん

ουσιαστικό, άλλο, επίρρημα

  1. 01 θορυβώδης δημόσια συζήτηση, έντονη δημόσια κριτική
物に似ず ものににず

άλλο

  1. 01 ασύγκριτος
物神論 ぶっしんろん

ουσιαστικό

  1. 01 υλοθεϊσμός (πανθεϊσμός που ταυτίζει τον θεό με την ύλη)
物の ものの

άλλο

  1. 01 μόνο, μονάχα
  2. 02 όχι περισσότερο από, μόλις
  3. 03 ζήτημα