395 αποτελέσματα για «特»
特別栄誉教授 とくべつえいよきょうじゅ
ουσιαστικό
- 01 διακεκριμένος επίτιμος καθηγητής (ανεπίσημος τίτλος που απονέμεται από το ίδιο το ίδρυμα)
特命担当大臣 とくめいたんとうだいじん
ουσιαστικό
- 01 υπουργός ειδικών καθηκόντων
特殊空挺部隊 とくしゅくうていぶたい
ουσιαστικό
- 01 Ειδική Αεροπορική Υπηρεσία, ΣΑΣ
特許収入 とっきょしゅうにゅう
ουσιαστικό
- 01 έσοδα από διπλώματα ευρεσιτεχνίας
特約店 とくやくてん
ουσιαστικό
- 01 αντιπροσωπεία, επίσημη αντιπροσωπεία, διανομέας
特定の処理 とくていのしょり
ουσιαστικό
- 01 συγκεκριμένη εργασία
特許申請中 とっきょしんせいちゅう
ουσιαστικό
- 01 υπό έκδοση διπλώματος ευρεσιτεχνίας
特定非営利活動法人 とくていひえいりかつどうほうじん
ουσιαστικό
- 01 ειδικό νομικό πρόσωπο μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα
特論 とくろん
ουσιαστικό
- 01 προχωρημένο μάθημα ή μεταπτυχιακό μάθημα σε πανεπιστήμιο
特定動物 とくていどうぶつ
ουσιαστικό
- 01 ζώα χαρακτηρισμένα ως επικίνδυνα από την ιαπωνική νομοθεσία
特別利益 とくべつりえき
ουσιαστικό
- 01 έκτακτο κέρδος
特電 とくでん
ουσιαστικό
- 01 ειδικό τηλεγράφημα ή επείγουσα αποστολή
特命全権公使 とくめいぜんけんこうし
ουσιαστικό
- 01 έκτακτος απεσταλμένος και πληρεξούσιος υπουργός
特定疾患 とくていしっかん
ουσιαστικό
- 01 ασθένειες που καθορίζονται από την ιαπωνική κυβέρνηση ως ανησυχητικές, χωρίς γνωστή θεραπεία και με άγνωστα αίτια
特売場 とくばいじょう
ουσιαστικό
- 01 χώρος προσφορών ή υπόγειο κατάστημα
特別手配 とくべつてはい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καταζητούμενος σε εθνικό επίπεδο (άτομο που θεωρείται ιδιαίτερα επικίνδυνο), έκδοση εθνικού εντάλματος σύλληψης για επικίνδυνο ύποπτο ή εγκληματία
特殊紙 とくしゅし
ουσιαστικό
- 01 ειδικό χαρτί, ειδικό χαρτί
特定郵便局 とくていゆうびんきょく
ουσιαστικό
- 01 ειδικό ταχυδρομείο (τοκουτέι γιουμπίν κιόκου)
特旨 とくし
ουσιαστικό
- 01 ιδιαίτερη εύνοια, ειδική μέριμνα (ιδίως μονάρχη, αυτοκράτορα κ.λπ.)
特別支援学級 とくべつしえんがっきゅう
ουσιαστικό
- 01 ειδική τάξη για παιδιά με αναπηρία, τάξη ειδικής αγωγής