318 αποτελέσματα για «発»

発源 はつげん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πηγή (ποταμού), κεφαλάρι
  2. 02 πηγή, προέλευση, αφετηρία
発生生物学 はっせいせいぶつがく

ουσιαστικό

  1. 01 αναπτυξιακή βιολογία
発駅 はつえき

ουσιαστικό

  1. 01 σταθμός αφετηρίας
発話者 はつわしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ομιλητής
発兌 はつだ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έκδοση, δημοσίευση
  2. 02 εκτύπωση
発行済み株式 はっこうずみかぶしき

ουσιαστικό

  1. 01 εκδοθείσες μετοχές, μετοχές σε κυκλοφορία
発展中 はってんちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 υπό ανάπτυξη, σε εξέλιξη
発会 はっかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έναρξη συνεδρίασης, πρώτη συνεδρίαση
発光植物 はっこうしょくぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 φωσφορίζον φυτό
発来 はつらい

ουσιαστικό

  1. 01 εκδήλωση, ξέσπασμα
発信局 はっしんきょく

ουσιαστικό

  1. 01 σταθμός εκπομπής
発行済み はっこうずみ

άλλο

  1. 01 εκδομένος (ειδικότερα για μετοχές), σε κυκλοφορία
発声訓練 はっせいくんれん

ουσιαστικό

  1. 01 φωνητική άσκηση, φωνητική προπόνηση
発達検査 はったつけんさ

ουσιαστικό

  1. 01 αναπτυξιακό τεστ
発送電分離 はっそうでんぶんり

ουσιαστικό

  1. 01 διαχωρισμός της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από τη διανομή και τη μεταφορά της
発ガン物質 はつガンぶっしつ

ουσιαστικό

  1. 01 καρκινογόνο, καρκινογόνος ουσία
発勁 はっけい

ουσιαστικό

  1. 01 φα τζιν, εκρηκτική απελευθέρωση εσωτερικής ενέργειας
発泡剤 はっぽうざい

ουσιαστικό

  1. 01 αφριστικός παράγοντας
発振機 はっしんき

ουσιαστικό

  1. 01 ταλαντωτής
発電会社 はつでんがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εταιρεία παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας