359 αποτελέσματα για «相»

相人 そうにん

ουσιαστικό

  1. 01 φυσιογνωμιστής
相続税法 そうぞくぜいほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί φόρου κληρονομίας
相物 あいもの

ουσιαστικό

  1. 01 φρέσκο ή αποξηραμένο ψάρι διατηρημένο σε αλάτι
相殺関税 そうさいかんぜい

ουσιαστικό

  1. 01 αντισταθμιστικός δασμός
相当な注意 そうとうなちゅうい

άλλο

  1. 01 δέουσα επιμέλεια, ενδεδειγμένη προσοχή, εύλογη επιμέλεια, εύλογη προσοχή
相即不離 そうそくふり

ουσιαστικό

  1. 01 ισχυρά προσκολλημένος ο ένας στον άλλον, αχώριστος
相対湿度 そうたいしつど

ουσιαστικό

  1. 01 σχετική υγρασία
相生結び あいおいむすび

ουσιαστικό

  1. 01 διακοσμητικός κόμπος
相番 あいばん

ουσιαστικό

  1. 01 εκτελώ υπηρεσία μαζί με συνάδελφο
  2. 02 συνεργάτης, συνάδελφος
相対音感 そうたいおんかん

ουσιαστικό

  1. 01 σχετική ακοή
相互いに あいたがいに

επίρρημα

  1. 01 αμοιβαία, μεταξύ μας, αμφίδρομα, μαζί
相互銀行 そうごぎんこう

ουσιαστικό

  1. 01 αμοιβαία αποταμιευτική τράπεζα
相なるべくは あいなるべくは

άλλο

  1. 01 αν είναι δυνατόν
相反性 そうはんせい

επίθετο

  1. 01 αμοιβαίος, αλληλένδετος
相互会社 そうごがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αλληλασφαλιστική εταιρεία
相挟み あいばさみ

ουσιαστικό

  1. 01 η ταυτόχρονη μεταφορά του ίδιου αντικειμένου από πολλούς ανθρώπους με τα ξυλάκια τους
  2. 02 η μεταβίβαση κάποιου αντικειμένου από το ένα ζευγάρι ξυλάκια στο άλλο
相具す あいぐす

ρήμα

  1. 01 συνοδεύω κάποιον, παίρνω κάποιον μαζί μου
  2. 02 παντρεύομαι
相互作用説 そうごさようせつ

ουσιαστικό

  1. 01 αλληλεπιδραστισμός
相酌 あいじゃく

ουσιαστικό

  1. 01 κατανάλωση αλκοόλ με αλληλοσερβίρισμα
相互運用 そうごうんよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαλειτουργικότητα