322 αποτελέσματα για «真»
真猿亜目 しんえんあもく
ουσιαστικό
- 01 ανθρωποειδή (υποτάξη που περιλαμβάνει τους πιθήκους, δηλαδή τα ανώτερα πρωτεύοντα)
真空帯 しんくうたい
ουσιαστικό
- 01 αεροθύλακας
真菌類 しんきんるい
ουσιαστικό
- 01 ευμύκητες, αληθείς μύκητες
真蛸 まだこ
ουσιαστικό
- 01 κοινό χταπόδι (Octopus vulgaris)
真跡 しんせき
ουσιαστικό
- 01 αυθεντικό χειρόγραφο
真核細胞 しんかくさいぼう
ουσιαστικό
- 01 ευκαρυωτικό κύτταρο
真珠岩 しんじゅがん
ουσιαστικό
- 01 περλίτης
真菌症 しんきんしょう
ουσιαστικό
- 01 μυκητίαση, μυκητιασική νόσος, μυκητιασική λοίμωξη
真薯 しんじょ
ουσιαστικό
- 01 ψαροκεφτές (ιαπωνικό έδεσμα από αλεσμένο ψάρι και γιαμ)
真向こう まむこう
ουσιαστικό
- 01 ακριβώς απέναντι, κατευθείαν στην αντίπερα όχθη, ακριβώς μπροστά, πρόσωπο με πρόσωπο
真花 しんか
ουσιαστικό
- 01 γόνιμο άνθος (σε φυτό που διαθέτει και άγονα άνθη, π.χ. στις ορτανσίες)
真ん中っ子 まんなかっこ
ουσιαστικό
- 01 μεσαιότερο παιδί
真柏 しんぱく
ουσιαστικό
- 01 κινεζική άρκευθος (Juniperus chinensis)
真円真珠 しんえんしんじゅ
ουσιαστικό
- 01 καλλιεργημένα μαργαριτάρια
真部分集合 しんぶぶんしゅうごう
ουσιαστικό
- 01 γνήσιο υποσύνολο
真症 しんしょう
ουσιαστικό
- 01 γνήσιο περιστατικό (ασθένειας)
真箇 しんこ
επίθετο, ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 πραγματικός, αληθινός
真猿類 しんえんるい
ουσιαστικό
- 01 σιμία, ανθρωποειδές
真っ平ごめん まっぴらごめん
άλλο
- 01 σε καμία περίπτωση, κατηγορηματική άρνηση, δεν πρόκειται να το κάνω με τίποτα
- 02 ζητώ συγγνώμη
真烏賊 マイカ
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικό καλαμάρι, καλαμάρι του Ειρηνικού (Todarodes pacificus)
- 02 χρυσή σουπιά (Sepia esculenta)
- 03 ιαπωνική σουπιά χωρίς αγκάθια (Sepiella japonica)