289 αποτελέσματα για «石»

石偏 いしへん

ουσιαστικό

  1. 01 ριζικό της πέτρας στην αριστερή πλευρά ενός χαρακτήρα kanji
石油頁岩 せきゆけつがん

ουσιαστικό

  1. 01 πετρελαιοφόρος σχιστόλιθος
石千鳥 いしちどり

ουσιαστικό

  1. 01 πετροτριλίδα (Burhinus oedicnemus)
石油ピーク せきゆピーク

ουσιαστικό

  1. 01 κορύφωση πετρελαίου (το χρονικό σημείο κατά το οποίο επιτυγχάνεται ο μέγιστος ρυθμός παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου)
石油減耗 せきゆげんもう

ουσιαστικό

  1. 01 εξάντληση πετρελαίου
石灰海綿 せっかいかいめん

ουσιαστικό

  1. 01 ασβεστοσπογγώδες σφουγγάρι (οποιοδήποτε σφουγγάρι της ομοταξίας των Ασβεστοσπογγωδών)
石匕 せきひ

ουσιαστικό

  1. 01 πέτρινο μαχαίρι (εργαλείο της περιόδου Τζόμον, με σχήμα που θυμίζει κουτάλα ρυζιού)
石清水祭 いわしみずまつり

ουσιαστικό

  1. 01 Ιβασιμίτζου Ματσούρι (γιορτή που διεξάγεται στις 15 Σεπτεμβρίου στον ναό Ιβασιμίτζου Χατσιμανγκού στο Κιότο)
石鰈 いしがれい

ουσιαστικό

  1. 01 ιχιγκαρέι (είδος πλατύψαρου, Kareius bicoloratus)
石決明 せっけつめい

ουσιαστικό

  1. 01 τριμμένο όστρακο αβαλόνιου (χρησιμοποιείται στην κινεζική ιατρική)
石百足 いしむかで

ουσιαστικό

  1. 01 λιθοβιόμορφο (γένος Lithobiomorpha)
石打ち刑 いしうちけい

ουσιαστικό

  1. 01 λιθοβολισμός (ποινή)
石油蝋 せきゆろう

ουσιαστικό

  1. 01 κηρός πετρελαίου
石器文化 せっきぶんか

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτισμός της λίθινης εποχής
石英粗面岩 せきえいそめんがん

ουσιαστικό

  1. 01 λιπαρίτης
石笛鯛 いしふえだい

ουσιαστικό

  1. 01 είδος ψαριού της οικογένειας των λουτιανιδών (Aphareus furca)
石泥鰌 いしどじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ισιντοζό (είδος ερπετόψαρου)
石畳宿借 いしだたみやどかり

ουσιαστικό

  1. 01 Dardanus crassimanus (είδος αριστερόχειρα ερημίτη κάβουρα)
石炭化学 せきたんかがく

ουσιαστικό

  1. 01 χημεία άνθρακα
石馬刀貝 いしまてがい

ουσιαστικό

  1. 01 οστρακοειδές του είδους Lithophaga curta, δακτυλοειδές μύδι