324 αποτελέσματα για «立»
立端 たっぱ
ουσιαστικό
- 01 ύψος (κτιρίου κ.λπ.)
- 02 ανάστημα, ύψος (προσώπου ή αντικειμένου)
立法院 りっぽういん
ουσιαστικό
- 01 νομοθετικό σώμα, νομοθετική συνέλευση
立て看 たてかん
ουσιαστικό
- 01 όρθια πινακίδα, διαφημιστική πινακίδα, ταμπλό
立憲君主国 りっけんくんしゅこく
ουσιαστικό
- 01 συνταγματική μοναρχία
立葵 たちあおい
ουσιαστικό
- 01 μπαμιά, αλθαία (Alcea rosea), κοινή αλθαία
立ち耳 たちみみ
ουσιαστικό
- 01 πεταχτά αυτιά, προεξέχοντα αυτιά
立位体前屈 りついたいぜんくつ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 κάμψη του κορμού προς τα εμπρός από όρθια στάση με τα πόδια τεντωμένα, βαθιά επίκυψη του κορμού
立面図 りつめんず
ουσιαστικό
- 01 όψη
立てば芍薬座れば牡丹歩く姿は百合の花 たてばしゃくやくすわればぼたんあるくすがたはゆりのはな
άλλο
- 01 κομψή και όμορφη γυναικεία παρουσία
立替金 たてかえきん
ουσιαστικό
- 01 προκαταβολή χρημάτων, εξόφληση χρέους για λογαριασμό τρίτου
立方 たちかた
ουσιαστικό
- 01 τρόπος στάσης
- 02 χορευτής (σε ιαπωνική παράσταση χορού)
立米 りゅうべい
ουσιαστικό
- 01 κυβικό μέτρο
立ち越える たちこえる
ρήμα
- 01 υπερβαίνω, ξεπερνώ
- 02 ξεπερνώ, υπερέχω
- 03 εξέρχομαι, κυκλώνω
立つ鳥 たつとり
ουσιαστικό
- 01 πτηνό που απογειώνεται
立志式 りっししき
ουσιαστικό
- 01 τελετή ενηλικίωσης για μαθητές γυμνασίου
立身栄達 りっしんえいたつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επαγγελματική επιτυχία, ανέλιξη στη ζωή, κοινωνική καταξίωση
立面 りつめん
ουσιαστικό
- 01 πρόσοψη (κτιρίου)
立ちっぱ たちっぱ
ουσιαστικό
- 01 ορθοστασία για πολλή ώρα
立党 りっとう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ίδρυση πολιτικού κόμματος
立正大学 りっしょうだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Ρισό