305 αποτελέσματα για «行»

行き方 ゆきがた

ουσιαστικό

  1. 01 πού βρίσκεται κάποιος, το μέρος όπου βρίσκεται κάποιος
行くあて いくあて

ουσιαστικό

  1. 01 προορισμός, μέρος για να πάει κανείς
行人偏 ぎょうにんべん

ουσιαστικό

  1. 01 ριζικό του ιδεογράμματος γιο-νιν-μπεν (ριζικό 60, που σχετίζεται με την κίνηση ή τον άνθρωπο)
行方向 ぎょうほうこう

ουσιαστικό

  1. 01 διεύθυνση γραφής γραμμών
行使価格 こうしかかく

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή άσκησης, τιμή εξάσκησης
行かん いかん

άλλο

  1. 01 δεν πηγαίνει (καλά), δεν προχωρά (όπως επιθυμεί κάποιος)
  2. 02 κακός, ακατάλληλος
  3. 03 απελπιστικός, δίχως ελπίδα
  4. 04 απαγορεύεται, δεν επιτρέπεται, δεν πρέπει (να κάνω, να είμαι)
行為能力 こういのうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ικανότητα για δικαιοπραξία, νομική ικανότητα
行の先頭 ぎょうのせんとう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχή γραμμής
行李柳 こりやなぎ

ουσιαστικό

  1. 01 κοριανάγκι (είδος ιτιάς)
行高 ぎょうこう

ουσιαστικό

  1. 01 ύψος γραμμής
行政職員 ぎょうせいしょくいん

ουσιαστικό

  1. 01 διοικητικός υπάλληλος
行列演算 ぎょうれつえんざん

ουσιαστικό

  1. 01 πράξη πινάκων
行政不服審査法 ぎょうせいふふくしんさほう

ουσιαστικό

  1. 01 Νόμος περί διοικητικής εξέτασης προσφυγών
行間隔 ぎょうかんかく

ουσιαστικό

  1. 01 διάστιχο
行間を詰める ぎょうかんをつめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 μειώνω το διάστημα μεταξύ των γραμμών (σε μια σελίδα)
行動生物学 こうどうせいぶつがく

ουσιαστικό

  1. 01 ηθολογία
行政条例 ぎょうせいじょうれい

ουσιαστικό

  1. 01 διοικητική διάταξη
行動分析学 こうどうぶんせきがく

ουσιαστικό

  1. 01 ανάλυση συμπεριφοράς
行体 ぎょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 ημικαλλιγραφικοί χαρακτήρες
行を改める ぎょうをあらためる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ξεκινώ νέα παράγραφο