351 αποτελέσματα για «言»

言表 げんぴょう

ουσιαστικό

  1. 01 λεκτική έκφραση
言語哲学 げんごてつがく

ουσιαστικό

  1. 01 φιλοσοφία της γλώσσας
言論界 げんろんかい

ουσιαστικό

  1. 01 τύπος, δημοσιογραφία, τέταρτη εξουσία
言い古す いいふるす

ρήμα

  1. 01 επαναλαμβάνω συχνά, λέω κατά κόρον
  2. 02 λέω σαν παροιμία, διατυπώνω ως στερεότυπη έκφραση
言いやる いいやる

ρήμα

  1. 01 στέλνω μήνυμα
言い広める いいひろめる

ρήμα

  1. 01 διαδίδω, κοινοποιώ, διαλαλώ
言い諭す いいさとす

ρήμα

  1. 01 εξηγώ με τρόπο εύκολα κατανοητό
言付ける ことづける N2

ρήμα

  1. 01 αναθέτω σε κάποιον να διαβιβάσει μήνυμα ή αντικείμενο, στέλνω μέσω τρίτου, αφήνω μήνυμα σε κάποιον
  2. 02 χρησιμοποιώ ως δικαιολογία, προφασίζομαι
言い習わす いいならわす

ρήμα

  1. 01 συνηθίζω να λέω παραδοσιακά
  2. 02 έχω τη συνήθεια να λέω
言い損なう いいそこなう

ρήμα

  1. 01 λέω λανθασμένα, χρησιμοποιώ λάθος λέξεις, πέφτω σε γλωσσικό ολίσθημα
  2. 02 ξεχνώ να πω, χάνω την ευκαιρία να πω
言行一致 げんこういっち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμφωνία λόγων και έργων, συνέπεια λόγου και πράξης
言葉の海 ことばのうみ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλο πλήθος λέξεων, θάλασσα λέξεων
言い継ぐ いいつぐ

ρήμα

  1. 01 μεταδίδω προφορικά
言葉付き ことばつき

ουσιαστικό

  1. 01 λόγος, έκφραση, διατύπωση, γλώσσα
言うだけ野暮 いうだけやぼ

άλλο

  1. 01 είναι ανάρμοστο να δηλώνεις το αυτονόητο, είναι προτιμότερο να μην το αναφέρεις
言い込める いいこめる

ρήμα

  1. 01 επιβάλλω την άποψή μου σε κάποιον μέσω της συζήτησης, κάμπτω τις αντιστάσεις κάποιου με επιχειρήματα
言うに事を欠いて いうにことをかいて

άλλο

  1. 01 δεν είναι ευγενικό να το λες αυτό, δεν είναι ωραίος τρόπος να το διατυπώσεις, δεν υπήρχε λόγος να ειπωθεί αυτό
言交わす いいかわす

ρήμα

  1. 01 συνομιλώ, ανταλλάσσω λόγια ή υποσχέσεις, υπόσχομαι, αρραβωνιάζομαι
言語遊戯 げんごゆうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 παιχνίδι λέξεων
言論機関 げんろんきかん

ουσιαστικό

  1. 01 μέσο ενημέρωσης, όργανο της κοινής γνώμης