224 αποτελέσματα για «過»
過剰排卵 かじょうはいらん
ουσιαστικό
- 01 υπερωοθυλακιορρηξία
過レニウム酸 かレニウムさん
ουσιαστικό
- 01 υπερρηνικό οξύ
過放牧 かほうぼく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπερβόσκηση
過積載 かせきさい
ουσιαστικό
- 01 υπερφόρτωση (φορτηγού κ.λπ.), υπερβολικό φορτίο
過覚醒 かかくせい
ουσιαστικό
- 01 υπερδιέγερση (σύμπτωμα της διαταραχής μετατραυματικού στρες)
過納 かのう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπερπληρωμή
過燐酸塩 かりんさんえん
ουσιαστικό
- 01 υπερφωσφορικό άλας
過燐酸肥料 かりんさんひりょう
ουσιαστικό
- 01 υπερφωσφορικό λίπασμα
過水 かすい
ουσιαστικό
- 01 υπερβολικό πότισμα
過臭素酸 かしゅうそさん
ουσιαστικό
- 01 υπερβρωμικό οξύ
過マンガン酸 かマンガンさん
ουσιαστικό
- 01 υπερμαγγανικό οξύ
過ギ酸 かギさん
ουσιαστικό
- 01 υπερμυρμηκικό οξύ
過安息香酸 かあんそくこうさん
ουσιαστικό
- 01 υπερβενζοϊκό οξύ, υπεροξυβενζοϊκό οξύ
過酸 かさん
ουσιαστικό
- 01 υπεροξυξύ, υπεροξύ
過硼酸 かほうさん
ουσιαστικό
- 01 υπερβορικό οξύ
過剰観光 かじょうかんこう
ουσιαστικό
- 01 υπερτουρισμός
過剰包装 かじょうほうそう
ουσιαστικό
- 01 υπερβολική συσκευασία
過放電 かほうでん
ουσιαστικό
- 01 υπερεκφόρτιση (μπαταρίας)
過学習 かがくしゅう
ουσιαστικό
- 01 υπερπροσαρμογή (στη μηχανική μάθηση)
過剰適合 かじょうてきごう
ουσιαστικό
- 01 υπερπροσαρμογή
- 02 υπερπροσαρμογή (στη μηχανική μάθηση)