209 αποτελέσματα για «道»

道光 どうこう

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή Νταογκουάνγκ (της βασιλείας του αυτοκράτορα Σουανζόνγκ της δυναστείας Τσινγκ, 1820-1850)
道行く人 みちゆくひと

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 περαστικός
道都 どうと

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτεύουσα του Χοκάιντο (δηλαδή το Σαπόρο)
道知事 どうちじ

ουσιαστικό

  1. 01 κυβερνήτης του Χοκάιντο
道具的 どうぐてき

επίθετο

  1. 01 εργαλειακός (για μάθηση, εξαρτημένη μάθηση, συμπεριφορά κ.λπ.)
道路使用許可証 どうろしようきょかしょう

ουσιαστικό

  1. 01 άδεια χρήσης δημόσιου δρόμου για σκοπούς πέραν της κυκλοφορίας (για παράδειγμα, εργοτάξια, γυρίσματα ή φεστιβάλ)
道都大学 どうとだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Ντότο
道路交通安全局 どうろこうつうあんぜんきょく

ουσιαστικό

  1. 01 Εθνική Υπηρεσία Ασφάλειας Οδικής Κυκλοφορίας (ΗΠΑ)
  1. 01 δρόμος, οδός
  2. 02 δρόμος, οδός
  3. 03 περιοχή, διαμέρισμα
  4. 04 ταξίδι, διαδρομή
  5. 05 πορεία, κατεύθυνση
  6. 06 ηθική, ήθος, δίδαγμα
  7. 07 διδασκαλίες