310 αποτελέσματα για «重»

重刻 じゅうこく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανατύπωση
重箱の隅をほじくる じゅうばこのすみをほじくる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ψαχουλεύω τις λεπτομέρειες, γκρινιάζω για ασήμαντα πράγματα
重母音 じゅうぼいん

ουσιαστικό

  1. 01 δίφθογγος
重ね打ち かさねうち

ουσιαστικό

  1. 01 επικάλυψη χαρακτήρων
重症熱性血小板減少症候群 じゅうしょうねっせいけっしょうばんげんしょうしょうこうぐん

ουσιαστικό

  1. 01 σύνδρομο σοβαρού πυρετού με θρομβοπενία, SFTS
重炭酸ソーダ じゅうたんさんソーダ

ουσιαστικό

  1. 01 μαγειρική σόδα, όξινο ανθρακικό νάτριο
重聴 じゅうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 βαρήκοος
重九 ちょうきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 γιορτή του χρυσάνθεμου (η 9η ημέρα του 9ου σεληνιακού μήνα), γιορτή τσόου-κιου
重ね言葉 かさねことば

ουσιαστικό

  1. 01 επαναλαμβανόμενη λέξη ή φράση, πλεονασμός, διαδοχή λέξεων με παρόμοια σημασία, περιττολογία
重商政策 じゅうしょうせいさく

ουσιαστικό

  1. 01 μερκαντιλιστική πολιτική
重歯目 じゅうしもく

ουσιαστικό

  1. 01 λαγόμορφα, τάξη που περιλαμβάνει τους λαγούς, τα κουνέλια και τις πίκα
重商主義者 じゅうしょうしゅぎしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 μερκαντιλιστής
重クロム酸 じゅうクロムさん

ουσιαστικό

  1. 01 διχρωμικό οξύ
重クロム酸ナトリウム じゅうクロムさんナトリウム

ουσιαστικό

  1. 01 διχρωμικό νάτριο (Na2Cr2O7)
重点主義 じゅうてんしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα προτεραιότητας
重感染 じゅうかんせん

ουσιαστικό

  1. 01 υπερλοίμωξη
重金主義 じゅうきんしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 μεταλλοκρατία
重量拳闘選手 じゅうりょうけんとうせんしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 πυγμάχος βαρέων βαρών
重厚長大産業 じゅうこうちょうだいさんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 βαριά βιομηχανία
重星 じゅうせい

ουσιαστικό

  1. 01 πολλαπλός αστέρας